Ο «κυρίαρχος λαός» και οι υπερασπιστές της νομιμότητας, του Γ. Κατασαμπέκη


Το τελευταίο διάστημα τείνει να κυριαρχήσει στη δημόσια σφαίρα ένας συγκεκριμένος λόγος, μια αγωνιώδης απεύθυνση προς την κοινωνία, η οποία συνήθως παίρνει τη μορφή νουθεσίας ή/και πιεστικής παράκλησης για και σύνεση. Ποιο το κεντρικό διακύβευμα σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση; Η αποτροπή μιας υποτιθέμενης επικείμενης αντιδημοκρατικής εκτροπής· ενός «χάους ανομίας». Αρχιερείς σε αυτή την προσπάθεια, πέρα από ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης, έχουν αυτοχρισθεί γνωστοί αρθρογράφοι φιλοκυβερνητικών εφημερίδων και βεβαίως οι «συνήθεις ύποπτοι» τηλε-δημοσιογράφοι αντίστοιχων καναλιών, οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται και ως βασιλικότεροι του βασιλέως. Στον κατάλογο αυτού του άτυπου «κόμματος της υπευθυνότητας» βλέπουμε να στριμώχνονται διάφορα ετερόκλητα δημόσια πρόσωπα, διάσπαρτα στο πολιτικό/κομματικό φάσμα, από την «(παρα)εκσυγχρονισμένη» ανανεωτική αριστερά ως και την «υπεύθυνα» νουθετούσα ακροδεξιά. Ο (διόλου) νέος αυτός λόγος που εκφέρουν οι συγκεκριμένοι φορείς επικεντρώνει στο ζήτημα της εφαρμογής των νόμων ως πυρήνα των σύγχρονων δημοκρατιών. «Προσοχή, κινδυνεύει η έννομη τάξη»… Σε τούτο έγκειται λοιπόν ο σημερινός κίνδυνος εκτροπής και όχι αλλού όπως νομίζουμε αρκετοί. Ξεχνούν ίσως, ή παραβλέπουν συνειδητά οι συγκεκριμένοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και λοιποί δημοσιολογούντες πως αν η δημοκρατία φέρει στον πυρήνα της την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή της δύναμης/βούλησης των πολλών, δε τη φέρει μόνο ως θεσμισμένη [constituted] εξουσία/δύναμη (που εκδηλώνεται τυπικά στα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά συστήματα με την τακτική, ανά τέσσερα χρόνια, προσέλευση στην εκλογική κάλπη για την παροχή της λεγόμενης «ελεύθερης εντολής» και πιο σπάνια στην κάλπη ενός δημοψηφίσματος), αλλά και ως θεσμίζουσα/συντακτική [constituent] εξουσία/δύναμη. Εδώ –ας υποθέσουμε κάπως αυθαίρετα– η πρόζα της υπευθυνότητας φαίνεται πως σέβεται τουλάχιστον την πρώτη ιδιότητα. Κάτι που βεβαίως δεν ισχύει απαραίτητα. Πώς να ερμηνεύσουμε άλλωστε την κυβερνητική και μηντιακή εμμονή του τελευταίου διαστήματος ότι οι πρόωρες εκλογές στην παρούσα συγκυρία θα ήταν μοιραίες για τη χώρα; Πώς να δούμε τον πανευρωπαϊκό τρόμο απέναντι στο ενδεχόμενο δημοψηφίσματος; Για να επικεντρώσουμε όμως και πάλι στη διάκριση που κάναμε παραπάνω, μπορούμε να πούμε πως ο κυρίαρχος λαός σε μια δημοκρατία, ή τουλάχιστον σε μια πολιτεία που θέλει να καμώνεται τη δημοκρατική, (υποτίθεται πως) έχει τη δύναμη/εξουσία να αμφισβητεί ανοιχτά ανά πάσα στιγμή τους εκλεγμένους άρχοντές του, σε περίπτωση που θεωρήσει ότι αυτοί παρέκκλιναν ανεπανόρθωτα από την αρχική εντολή που τους εδόθη ή πολιτεύονται ενάντια στις ίδιες τις αρχές του Συντάγματος.[1] Αλλά ακόμα περισσότερο, έχει τη δύναμη (ίσως και την υποχρέωση σε ορισμένες περιπτώσεις/περιστάσεις) να αμφισβητεί ριζικά και να αλλάζει ακόμα και αυτούς τους ίδιους τους παγιωμένους τρόπους/διαδικασίες λειτουργίας του πολιτεύματος: να βγαίνει στους δρόμους και να ρίχνει κυβερνήσεις, να ανατρέπει νόμους ή ολόκληρα πολιτειακά καθεστώτα, να εξεγείρεται και να οδηγεί σε μια ριζική αλλαγή παραδείγματος. Η ριζική, εκ βάθρων αμφισβήτηση και ανατροπή παγιωμένων δομών από το συλλογικό σώμα των πολλών κάθε άλλο παρά νέο στοιχείο συνιστά στην ανθρώπινη ιστορία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως, τουλάχιστον με το νου στους τελευταίους τέσσερις-πέντε αιώνες, αυτή η δυναμική ακριβώς είναι και η «ατμομηχανή» της ιστορικής εξέλιξης. Η δημοκρατία ούτε μαρμαρωμένο νομικό/δικαιικό ρυθμιστικό σύστημα είναι, ούτε υπερβατική απόλυτη ηθικοπολιτική νόρμα των ζωών μας. Στις δημοκρατίες, είτε μας (τους) αρέσει είτε όχι, κυρίαρχος είναι ο λαός, με ότι σημαίνει ή μπορεί να σημαίνει αυτό. Με τα καλά του και τα κακά του. Και ακριβώς όπως το Σύνταγμα τίθεται πάνω από το εκάστοτε νομοθετικό σώμα –ας μην ασχοληθούμε εδώ με την κατάφωρη «κουρελοποίησή» του από την κυβέρνηση Παπανδρέου–, έτσι και ο λαός τίθεται πάνω από το Σύνταγμα ή όποια άλλη θεσμισμένη κανονιστική νόρμα ως (και) συντακτικό συλλογικό σώμα το οποίο ne s’autorise que de lui même[2] (που θα έλεγε και ο Λακάν). Και όλα αυτά βεβαίως δεν είναι ούτε καινούρια, ούτε και ιδιαίτερα ριζοσπαστικά πράγματα. Τα έλεγε ο Τζέιμς Ουίλσον (ένας από τους «ιδρυτικούς πατέρες» των ΗΠΑ) περί τα τέλη του 18ου αιώνα, μας τα ξαναείπε πριν περίπου 65 χρόνια ο Μωρίς Ντυβερζέ και τα έχουν επαναλάβει (σε γενικές γραμμές) πολλοί-ές και από διάφορες σκοπιές έκτοτε.[3] Σκεφτείτε την έκπληξή τους, αν έβλεπαν την κατάσταση στην Ελλάδα των τελευταίων δύο ετών, όπου τα άτυπα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα ενδύονται πλέον το πέπλο της «υπεύθυνης στάσης». Αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία της δημοκρατίας άλλωστε (της «δημοκρατίας των Νεωτέρων», όπως προτιμά να την αποκαλεί ο M. Γκωσέ), θα δούμε ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που ο (άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο) «κυρίαρχος λαός» παρενέβη δυναμικά/ενεργητικά προκαλώντας ριζικές αλλαγές και μετασχηματισμούς στην εκάστοτε κατεστημένη τάξη [order]. Η έξοδός μας από το καθοριστικό «καπέλο» της θρησκευτικής/υπερβατικής τάξης, από την «ιερή τάξη του Ενός», άνοιξε ακριβώς το δρόμο προς την ριζικά αναστοχαστική αυτοθέσμιση του ανθρώπου, το δρόμο προς το αιώνιο ζητούμενο της αυτονομίας. Η έξοδος βεβαίως από την ετερόνομη τάξη μόνο οριστική ή παγιωμένη δε μπορεί να θεωρηθεί, αφού μάλλον συνιστά και αυτή ένα διαρκές ζητούμενο, αντικείμενο διαρκών αγώνων, όπως η «τέλεια δημοκρατία» που πολλοί φαντάζονται αλλά πάντα θα έρχεται (βλ. Ντεριντά). Το χαρακτηριστικό αυτό δημοκρατικό παράδοξο προσδίδει ακριβώς το σφρίγος στην πάντα εν τω γίγνεσθαι δημοκρατία, η οποία πάντα θα έρχεται αλλά ποτέ δε θα είναι τελικά εκεί. Η απόλυτη και απαρέγκλιτη υποταγή στους νόμους συνεπώς, έτσι γενικά και αόριστα, δε λέει τίποτα ως τέτοια, πόσω μάλλον σε σχέση με το ιδεώδες που (υποκριτικά) σπεύδει να υπερασπιστεί. Αντιθέτως, δεν είναι λίγες οι φορές που προδίδει και την ανημπόρια μιας αυταρχικής τάξης να επιβληθεί ή/και να αναπαραχθεί. Αυτό δε σημαίνει πως θέλουμε εδώ να αντιπροτείνουμε μιαν αντιστοίχως μονομερή προσήλωση στην έννοια του «λαού» ως υποκειμένου συντακτικής εξουσίας. Οι δύο διαστάσεις μπορούν μάλλον να συνυπάρχουν σε μια παράδοξη ισορροπία. Αλλά ακόμα και αν δεχτούμε τους όρους της μονομερούς ανάγνωσης των «νομιμοφρόνων» και «υπευθύνων», προκύπτει μια σειρά προβλημάτων. Αν λοιπόν αυτοί οι νόμοι για τους οποίους μιλάμε παραβιάζουν βασικές αρχές του Συντάγματος; Αν βάλλουν ευθέως ενάντια στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και φέρουν στον πυρήνα τους ένα βαθιά αντιδημοκρατικό ολοκληρωτικό πνεύμα; Τότε ποια είναι η υποχρέωση ενός λαού που κινείται, ή θέλει να κινείται (συνειδητά ή ασυνείδητα δε μας απασχολεί), προς την υπεράσπιση του δημοκρατικού ιδεώδους; Αυτή η υπευθυνο-λάγνα συναγερμική κλήση για προσήλωση στην εφαρμογή των νόμων διανθισμένη συχνά με ανταύγειες «εξορθολογισμού» (στο βαθμό ενός κατάφωρου πλέον ανορθολογισμού) δε ξεγελά, ή τουλάχιστον δε θα έπρεπε να ξεγελά κανέναν και καμία. Αυτή η λογική, από κεντρικό μοτίβο στο λόγο της νεοκαραμανλικής διακυβέρνησης από το 2004 («λαϊκισμός ή υπευθυνότητα;») και μετά, στην εξύψωσή της σήμερα σε κεντρικό οιονεί υπερβατικό ηθικολογικό δίλημμα για την υποτιθέμενη διάσωση της δημοκρατίας, μόνο ένα στοιχείο φαίνεται να προσπαθεί μάταια να συγκαλύψει: τη βαθιά μεταπολιτική (αν όχι αντιπολιτική) κουλτούρα των κυβερνώντων που στην ιδεοληπτικά καθαρολογική/τεχνοκρατική της διάσταση τείνει να πάρει επικίνδυνα αυταρχικές κλίσεις. Μια τέτοια τυφλή και άκριτη υποταγή στους νόμους τους οποίους ψηφίζει με οριακή πλειοψηφία μια κυβέρνηση που στερείται λαϊκής-δημοκρατικής νομιμοποίησης αποκαλύπτει επίσης και μια μύχια επιθυμία των ελίτ: να κυβερνήσουν επιτέλους χωρίς λαό (βλ. Ζ. Ρανσιέρ)· χωρίς την υποτιθέμενη ανορθολογική ιδιοσυγκρασιακή βουλή του και τις ενοχλητικές του αντιρρήσεις και αντιδράσεις. Είναι σα να μας λένε: «Οι ειδικοί γνωρίζουν. Μην κάνετε πιο δύσκολο το ήδη απαιτητικό και κοπιώδες έργο τους. Υποστείτε στωικά τις συνέπειες των ενδεχομένως επώδυνων πολιτικών που επιλέγουν για σας και –αν επιβιώσετε– αύριο όλα θα παν καλά». Γι αυτό και μόνο έκπληξη δε προκαλεί, υπ’ αυτό το πρίσμα, η επιλογή/επιβολή (με τι νομιμοποίηση αλήθεια;) ενός τεχνοκράτη τραπεζίτη για τη θέση του πρωθυπουργού ο οποίος θα λειτουργεί ξεκάθαρα ως διαχειριστής/εντολοδόχος των Βρυξελών, αλλά και γενικότερα των συμφερόντων που και λόγω προϋπηρεσίας έχει μάθει πολύ καλά να εξυπηρετεί. Έχουμε δει όμως που μας έβγαλε μέχρι τώρα η στεγνή διαχείριση αυτών που «ξέρουν καλύτερα» για μας πριν από εμάς και χωρίς εμάς· μήπως να δούμε αυτή τη φορά που μπορεί να μας βγάλει και η πολιτική; Και μάλιστα η με πάθος επενδεδυμένη πολιτική στη δημοκρατική της προοπτική, αυτή που ακουμπά πάνω σε τριβές και διαφωνίες, σε ανταγωνισμούς και συγκρούσεις, και, γιατί όχι, σε έναν υγιή ανορθολογισμό, σε όλα αυτά τελικά που καθιστούν τη δημοκρατία ζωντανό πεδίο συλλογικού αναστοχασμού και αυτοδιαμόρφωσης, ένα διαρκές διακύβευμα, έναν ατομικό και συλλογικό διαρκή αγώνα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, μιας και ο προορισμός μας θα είναι πάντοτε à venir.

O Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

[1] Ας θυμίσουμε εδώ, για ακόμα μία φορά, και την ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος (Άρθρο 120).

[2] Εξουσιοδοτείται μόνον από τον εαυτό του.

[3] Ο Κ. Καστοριάδης, η C. Mouffe και ο J. Rancière, για να κατονομάσουμε εδώ μόνο μερικούς από τους σύγχρονους πολιτικούς θεωρητικούς που έχουν διατυπώσει σχετικούς προβληματισμούς.

Πηγή:  ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Advertisements

Posted on 29 Νοεμβρίου 2011, in Αρθρα and tagged , , . Bookmark the permalink. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο «κυρίαρχος λαός» και οι υπερασπιστές της νομιμότητας, του Γ. Κατασαμπέκη.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: