«…η Νορβηγία να’ ναι καλά και φτάνει!» ‎(φτάνει όμως; ένα μήνυμα για όλους τους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό ή σκέφτονται να πάνε να ζήσουν εκεί…)


“Ακατάλυτα πάλευαν μέσα μου η Κρήτη και η Τουρκιά, το Καλό και το Κακό, το Φως και το Σκοτάδι… και σκοπός μου γράφοντας ήταν, στην αρχή ασύνειδος, ύστερα συνειδητός, να βοηθήσω, όσο μπορώ, την Κρήτη, το Καλό, το Φως, να νικήσουν. Σκοπός μου γράφοντας δεν είναι η ομορφιά, είναι η λύτρωση.

Κι έτυχε να γεννηθώ σε μια εποχή όπου η πάλη αυτή είναι τόσο έντονη κι η ανάγκη της βοήθειας τόσο επιταχτική, που γρήγορα μπόρεσα να δω πως ο ατομικός μου αγώνας ταυτίζεται με το μεγάλο αγώνα του σημερινού κόσμου…όμοια κι οι δυό παλεύουμε για λύτρωση…εγώ από τους σκοτεινούς προγόνους, αυτός από τον παλιό άτιμο κόσμο…κι οι δυό από το σκοτάδι.

Είχε κηρυχθεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, είχε παραφρονήσει ο κόσμος, φανερά πια έβλεπα πως κάθε εποχή έχει το δαίμονα της, αυτός κυβερνάει, όχι εμείς, κι ο δαίμονας της εποχής μας είναι αιμοβόρος… τέτοιος πάντα είναι ο δαίμονας όταν ένας κόσμος σαπίσει και πρέπει ν’ αφανιστεί. Θαρρείς κι ένας Νους απάνθρωπος, υπεράνθρωπος, βοηθάει το πνέμα να λυτρωθεί από τους σάπιους ανθρώπους και ν’ ανηφορίσει, κι όταν δει πως ένας κόσμος μπαίνει εμπόδιο, στέλνει τον αιμοβόρο δαίμονα της καταστροφής να τον γκρεμίσει, ν’ανοίξει δρόμο –αιματωμένο πάντα- να περάσει το πνέμα.

Έβλεπα τώρα ακατάπαυτα γύρα μου, άκουγα τον κόσμο να γκρεμίζεται, οι πιο αγνές ψυχές κάνουν ν’αντισταθούν, μα ο δαίμονας φυσάει απάνω τους και τα φτερά τους μαδούνε.

Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, είχα πάρει πάλι τα βουνά της Κρήτης… ήξερα πως εκεί μονάχα μπορούσα να βρω όχι γαλήνη, όχι παρηγοριά, παρά την περφάνια που χρειάζεται ο άνθρωπος στις δύσκολες ώρες να μην ξεπέσει. “Κοίταξε, αν μπορείς, το φόβο κατάματα, κι ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει” άκουσα μια μέρα ένα γέρο αγωνιστή να κάθεται στο πεζούλι της εκκλησιάς μιαν Κυριακή απολείτουργα και ν’ αρμηνεύει στους νέους τα τσαλίμια της αντριγιάς. Πήρα το λοιπόν το ραβδί μου κι ένα σακίδιο στην πλάτη και τράβηξα στα βουνά. Ήταν η εποχή που οι Γερμανοί ζόριζαν τη Νορβηγία και μάχονταν να την υποτάξουν.

Ένα μεσημέρι που περνούσα από τη ρίζα του Ψηλορείτη, ακούω ψηλά απoπάνω μου φωνή άγρια: -E, πατριώτη, στάσου! Στάσου να σε ρωτήσω.

Σήκωσα το κεφάλι και διέκρινα να ξεκόβει από ένα βράχο και να κατρακυλάει κάτω ένας άνθρωπος. Κατηφόριζε με φαρδιές δρασκελιές από βράχο σε βράχο, οι πέτρες κυλούσαν κάτω από τα πόδια του, βρούχος σηκώνουνταν, αλάκερο το βουνό θαρρούσες κατρακυλούσε μαζί του. Έβλεπα τώρα καθαρά πως ήταν ένας θεόρατος γερο-τσοπάνης. Στάθηκα και τον περίμενα. Τι να με θέλει συλλογίστηκα… γιατί η τόση λαχτάρα;

Ζύγωσε, στάθηκε σε μια πέτρα… τα στήθια του ανοιχτά, μαλλιαρά, άχνιζαν. -E, πατριώτη, μου κάνει λαχανιασμένος, τι γίνεται η Νορβηγία; Είχε ακούσει πως μια χώρα κιντύνευε να σκλαβωθεί, και καλά καλά δεν ήξερε τι είναι η Νορβηγία, που βρίσκεται, τι άνθρωποι ζουν εκεί πέρα… ένα μονάχα καταλάβαινε καλά, πως κιντύνευε η ελευτερία. -Καλύτερα είναι, παππού, του αποκρίθηκα, μη σεκλεντίζεσαι… καλύτερα είναι. -Δόξα σoι ο θεός, βρουχήθηκε ο γερο-τσοπάνης κι έκαμε το σταυρό του. -Θες ένα τσιγάρο; τον ρώτησα. -Μωρέ, τι να το κάμω το τσιγάρο; Πράμα δεν θέλω… η Νορβηγία να’ναι καλά και φτάνει!

Είπε, άπλωσε το βοσκοράβδι του και πήρε πάλι τον ανήφορο, να βρει το κοπάδι του.

Αλήθεια, άγιος είναι ο αγέρας της Ελλάδας, συλλογίστηκα, εδώ σίγουρα γεννήθηκε η ελευτερία. Δεν ξέρω αν κανένας άλλος χωριάτης η τσοπάνης στον κόσμο θα ζούσε με τόση αγωνία και τόση αφιλοκέρδεια σαν τον τσοπάνη ετούτον την αγωνία της μακρινής άγνωστης χώρας που μάχεται για τη λευτεριά της. Ο αγώνας της Νορβηγίας είχε γίνει αγώνας του Έλληνα ετούτου βoσκού… γιατί ένιωθε τη λευτεριά σα θυγατέρα του.”

Νίκος Καζαντζάκης

Advertisements

Posted on 26 Νοεμβρίου 2011, in Αρθρα and tagged , , . Bookmark the permalink. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «…η Νορβηγία να’ ναι καλά και φτάνει!» ‎(φτάνει όμως; ένα μήνυμα για όλους τους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό ή σκέφτονται να πάνε να ζήσουν εκεί…).

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: