Οι μη κυβερνητικες οργανωσεις και η υποχωρηση του κρατους: οι κρυφοι κινδυνοι – Ενα δοκιμιο της Laura Tedesco


Ενα δοκιμιο της  LAURA TEDESCO

ΟΙ ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ  ΚΑΙ Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: ΟΙ ΚΡΥΦΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

Σημειωμα μεταφραστη

Οταν πριν αρκετα χρονια, ξεκινουσα τις σπουδες Λατινικης Αμερικης στο πανεπιστημιο του Leiden στην Ολλανδια, δεν μπορουσα βεβαια να φανταστω οτι η μελετη της ιστοριας των οικονομικων, πολιτικων, κοινωνικων και πολιτισμικων δρωμενων εκεινων των χωρων, θα ηταν δυνατο ποτε να μου φανει τοσο χρησιμη στην αποκρυπτογραφηση των κατακλυσμιαιων εξελιξεων που μελλονταν να σαρωσουν απο το 2010 και μετα κυριως, την Ελλαδα. Κατα τη διαρκεια εκεινων των σπουδων, ειδα να περνα μπροστα μου μια ατελειωτη σειρα απο εικονες, αρθρα, δοκιμια και βιβλια που περιεγραφαν, με ανατριχιαστικη πολλες φορες λεπτομερεια, την οικονομικη, πολιτικη, κοινωνικη και πολιτισμικη καταστροφη ολοκληρων χωρων, απο τη λαιλαπα του νεοφιλελευθερισμου.

Οταν το 2010, εγινε πια ολοφανερο οτι το ιδιο ανημερο θηριο ειχε δει να υπαρχουν στην Ελλαδα ολες οι καταλληλες προυποθεσεις (σημαντικες πηγες φυσικου πλουτου, αξιολογη γεωπολιτικα στρατηγικη θεση, βαθια διεφθαρμενο, εθελοδουλο πολιτικο προσωπικο, ελεγχομενα μεσα ενημερωσης, ανυπαρκτες συλλογικες δομες, αστεια εργατικα συνδικατα κτλ) ωστε να πατησει ποδι και στην Ευρωπη και να πειραματιστει κατασπαραζοντας την, αποφασισα οτι επρεπε να μοιραστω ορισμενα τουλαχιστον, απ’ αυτα που ειχα μελετησει με οσο το δυνατο περισσοτερο κοσμο.

Αν καποιοι ειχαν η ακομα εχουν καποιες αμφιβολιες για την ακορεστη λαιμαργια του θηριου που μας την επεσε, εγω προσωπικα δεν ειχα και δεν εχω καμια. Η Ελλαδα οπως τουλαχιστον την γνωρισαμε, οδηγειται σημερα με μαθηματικη ακριβεια στην ολοκληρωτικη καταστροφη. Αντιλαμβανομαι βεβαια πως αυτο δεν ειναι αναγκαστικα μονο κακο. Πολλα απο τα χαραχτηριστικα αυτης της Ελλαδας που ολοι γνωριζουμε, ηταν απο παρα πολλα χρονια αναγκη να αλλαξουν. Η αποσυνθεση θα φερει καποια στιγμη και μια καινουρια αναγεννηση αλλα η κινητοποιηση μας σημερα ειναι απαραιτητη οχι για να διατηρησουμε την χωρα μας οπως ηταν, αλλα για να διαλεξουμε εμεις και οχι αλλοι αντι για μας, τι αξιζει να διατηρηθει και τι οχι. Η κινητοποιηση μας, με καθε δυνατο, για τον καθενα μας τροπο, ειναι απαραιτητη για να μη δουμε μια ολοκληρη γενια ανθρωπων να ζει στην φτωχια και την υποτελεια η να ξενιτευεται. Δεν ειναι αναγκη βεβαια να γινουμε ολοι μας ξαφνικα ακτιβιστες η πολιτικοι. Η πολιτικη ανυπακοη ειναι ισως το δυνατοτερο οπλο για τους περισσοτερους απο μας, και υπαρχουν βεβαια ιστορικα παραδειγματα οπου ολοκληροι λαοι απελευθερωθηκαν με αυτο ακριβως τον τροπο.

Ας διαλεξουμε ομως απο τωρα, πολυ προσεκτικα νεους ανθρωπους που δεν εχουν εμπλακει στα γραναζια του διεφθαρμενου πολιτικου κατεστημενου της μεταπολιτευσης και ας βοηθησουμε την φωνη τους να ακουστει. Ολο και περισσοτερος κοσμος αντιλαμβανεται το αδιεξοδο της δωσιλογικης πολιτικης που ακολουθειται σημερα. Λιγο πολυ, ολοι γνωριζουν πως δεν υπαρχει πια αλλη διεξοδος απ’ την κριση απο την αρνηση αποπληρωμης των τοκογλυφικων δανειων. Ειναι θεμα χρονου να αντιληφθουν οτι και η επιστροφη σε ενα εθνικο νομισμα που να εκδιδεται και να ελεγχεται απο μια ανεξαρτητη ελληνικη κυβερνηση, ειναι νομοτελειακα απαραιτητη. Προσωπικα δε θα ηθελα να δω τον Δημητρη τον Καζακη να γινεται πρωθυπουργος της Ελλαδας αλλα ισως υπουργος Οικονομικων. Αλλα ας μη γινομαστε προσωπολατρες. Η Ελλαδα δεν χρειαζεται αναγκαστικα τον Δημητρη τον Καζακη αλλα ενα οποιοδηποτε ανθρωπο που θα ακολουθουσε την ιδια οικονομικη πολιτικη. Ας εχουμε λοιπον τα ματια μας ανοιχτα.

με αγωνιστικους χαιρετισμους

Σταθης Ταυριδης, Μ.Α. (Leiden University)

υγ: το κειμενο του δοκιμιου στα αγγλικα ακολουθει την μεταφραση μου στα ελληνικα

Ενα δοκιμιο της LAURA TEDESCO

ΟΙ ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ  ΚΑΙ Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: ΟΙ ΚΡΥΦΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ    

Αν η δεκαετια του 80 ηταν η ‘χαμενη δεκαετια’ για τις χωρες της Λατινικης Αμερικης, η δεκαετια του 90 ειναι μια δεκαετια ριζοσπαστικων αλλαγων. Ενω η Λατινικη Αμερικη, κατα τη διαρκεια της δεκαετιας του 80, υπεφερε απο μια βαθια κριση, εφτασε πια να θεωρειται σημερα κυριως ως ‘ανερχομενη αγορα’. Αυτο το θετικοτερο ‘image’ κρυβει σα μασκα πισω του μια συνεχιζομενη διαδικασια κρισης και αγωνα.

Αυτο το δοκιμιο αναφερεται στην εμφανιση καινουριων παραγοντων και τη σταδιακη αποδυναμωση αλλων στην Λατινικη Αμερικη κατα τη διαρκεια της δεκαετιας του 90. Παραδοσιακα το κρατος αντιμετωπιζεται ως ο κατεξοχην φορεας αναπτυξης. Σημερα ομως, το κρατος μοιραζεται αυτο του τον ρολο με υπερεθνικες η εθνικες μη κυβερνητικες οργανωσεις (Μ.Κ.Ο.). Σε ορισμενους τομεις μαλιστα, το κρατος εχει φτασει να ειναι πια, μολις κατι παραπανω απο απλος θεατης της αναπτυξιακης διαδικασιας. Το δοκιμιο αυτο αναλυει την ακμη των Μ.Κ.Ο. και την παρακμη του κρατους σα δυο αλληλενδετες διαδικασιες και υποστηριζει διαλεκτικα την αποψη οτι η αυξανομενη εξαρτηση μας απο τις Μ.Κ.Ο. για την διεκπεραιωση αναπτυξιακων δραστηριοτητων εγκυμονει σημαντικους κινδυνους, καθως ετσι, το κρατος παυει να αναλαμβανει την ευθυνη για την παροχη και την περιφλουρηση ακομα και στοιχειωδων δικαιωματων.

Εννοιολογηση του κρατους

Μια κατανοηση αυτων των κινδυνων απορρεει απο την εννοιολογηση του κρατους και της κοινωνιας των πολιτων. Οι Μ.Κ.Ο. αποτελουν μερος της κοινωνιας των πολιτων. Η δε κοινωνια των πολιτων θεωρειται συχνα ως ενα πεδιο ελευθεριας υπερανω του κρατους: η σφαιρα της αγορας, στην οποια καθε ατομο γινεται πολιτης. Ο αγαθος αυτος ορισμος της κοινωνιας των πολιτων, την βλεπει σα μια σφαιρα οπου οι διαφορες εξαφανιζονται, οπου ολοι μας ειμαστε ισοτιμοι πολιτες. Ετσι, η κοινωνια των πολιτων μοιαζει να ειναι ενα πεδιο, μια σφαιρα αυτονομιας. Παρ’ ολα αυτα, εδω, η κοινωνια των πολιτων εννοειται περισσοτερο ως μια σφαιρα εξαναγκασμου. Η ιδια η αγορα αντιμετωπιζεται σα μια δυναμη εξαναγκασμου, οπου τα ατομα δεν ειναι ισοτιμα μεταξυ τους και οπου οι ταξικες διαφορες αποδυναμωνουν σημαντικα την ιδια την εννοια της ιδιοτητας του πολιτη.

Το κρατος εχει κατα καιρους οριστει με πολυ διαφορετικους τροπους. Εδω, οριζεται σα μια μορφη κυριαρχιας. Πιο συγκεκριμενα, το καπιταλιστικο κρατος ειναι μια μορφη ταξικης κυριαρχιας. Το κρατος κυριαρχει μεσω θεσμων, αξιων και προτυπων αλλα κυριως μεσω κοινωνικων σχεσεων. Ο οικονομικος και πολιτικος ρολος καθε ταξης καθοριζει το ειδος των κοινωνικων σχεσεων ενος κρατους. Αυτες με τη σειρα τους ειναι σχεσεις δυναμικα μεταβαλλομενες λογω της συνεχους εντασης αναμεσα στις ταξεις στην προσπαθεια τους να διατηρησουν η να καλυτερευσουν την οικονομικη και πολιτικη τους κατασταση. Αντιστοιχα, το κρατος ειναι επισης δυναμικο και ενδυεται μορφες με διαφορετικα χαραχτηριστικα σε καθε ξεχωριστη περιπτωση. Το καπιταλιστικο κρατος μπορει να χαραχτηριστει ως ‘αναπτυξιακο’, ‘λαικιστικο’ η ‘νεοφιλελευθερο’. Αυτες ειναι απλα διαφορετικες μορφες ταξικης κυριαρχιας, διαφορετικες δομες εξουσιαστικων σχεσεων αναμεσα στις ταξεις. Το ‘αναπτυξιακο’  κρατος κυριαρχει μεσα απο το ‘image’ της ‘αναπτυξης απο πανω και για ολους’. Το ‘λαικιστικο’ κρατος κυριαρχει μεσα απο εκεινο του ‘κρατους που οργανωνει και παρεχει στην εργατικη ταξη’. Το ‘νεοφιλελευθερο’ κρατος κυριαρχει μεσα απο το ‘image’ του κρατους ως εγγυητη ‘δημοκρατιας, νομου και ταξης, αποδοτικοτητας και παροχης ενος νομικου πλαισιου για την κοινωνια των πολιτων και/η για το ατομο και την ευημερια και εκφραση του.

O συνεχιζομενα δυναμικος χαραχτηρας των κοινωνικων σχεσεων αντικατοπτριζεται στις περιοδικες κρισεις του κρατους. Αυτες οι κρισεις δεν ειναι ουτε οικονομικες, ουτε πολιτικες. Οi εννοιες του ‘οικονομικου’ και ‘πολιτικου’ ειναι εγγενεις στον καπιταλισμο αφου ‘οι σχεσεις μεταξυ σκλαβου και αφεντη η εκεινες μεταξυ δουλοπάροικου και άρχοντα ηταν αδιακριτως οικονομικες-και-πολιτικες σχεσεις’[1]. Ετσι, οι εννοιες του ‘οικονομικου’ και του ‘πολιτικου’ ειναι φετιχοποιημένες κατηγορίες που αντανακλουν τον επιφανειακο κατακερματισμο της καπιταλιστικης οικονομιας. Η εννοια της κρισης, οταν χρησιμοποιειται για να περιγραψει κοινωνικες και ιστορικες εξελιξεις, αναφερεται και σε ‘δυσκολους καιρους’ αλλα και σε κρισιμα σημεια καμπης[2]. Παρ’ ολο που οι κρισεις εκδηλωνονται με μορφη οικονομικη, εκφραζουν τη δομικη ασταθεια των καπιταλιστικων κοινωνικων σχεσεων, την ασταθεια της βασικης σχεσης μεταξυ κεφαλαιου και εργασιας, πανω στην οποια βασιζεται η ιδια η κοινωνια[3].

Οπως οι Holloway and Picciotto προτεινουν, πρεπει να βλεπουμε καθε εξελιξη του κρατους ως μια ειδικη εκδηλωση κρισης της κεφαλαιακης  σχεσης. Η κριση της κεφαλαιακης σχεσης περιλαμβανει αναποφευκτα μια αναδιαρθρωση των κοινωνικων σχεσεων, που παιρνει οικονομικες και πολιτικες μορφες[4]. Μια τετοια κριση περιλαμβανει μια διαδικασια αγωνα. Το αποτελεσμα αυτου του αγωνα καθοριζει τη φυση του νεου προτυπου συσσώρευσης. Ετσι, η κριση ειναι κριση της κεφαλαιακης σχεσης, κριση μιας ιστορικα συγκεκριμενης μορφης ταξικης κυριαρχιας, μια κριση συσσωρευσης που περιλαμβανει το συνολο των καπιταλιστικων κοινωνικων σχεσεων. Η κριση αποτελει συνθεση γκρεμισματος και αναδιαρθρωσης, και ‘μεταξυ κρισης-ως-ρηξη και κρισης-ως-αναδιαρθρωσης, υπαρχει μια ολοκληρη παγκοσμια ιστορια αγωνων’[5].

Ετσι, ιστορικα, η καταρρευση των κοινωνικων σχεσεων που συντηρουσαν το ‘λαικιστικο κρατος’ παρηγαγε μια διαδικασια αγωνα. Οι εσωστρεφεις στρατηγικες εγιναν μη βιωσιμες. Ενω η κυριαρχη ταξη πολεμουσε να καταστειλει την εργατικη ταξη οικονομικα και πολιτικα, αλλαζοντας τις κοινωνικες σχεσεις του λαικισμου, η εργατικη ταξη αγωνιζοταν να διατηρησει την οικονομικη και πολιτικη της ‘συμπεριληψη’. Η δεκαετια του 80 εγινε μαρτυρας μια διαδικασιας αγωνα μεταξυ της καταρρευσης των εσωστρεφων στρατηγικων και την εμφανιση στο προσκηνιο των εξωστρεφων στρατηγικων. Αυτος ηταν μαλλον ενας αγωνας για αναδιανομη των εισοδηματων, παρα για ριζοσπαστικες μεταρρυθμισεις. Ηταν αγωνας για την φυση του κρατους προνοιας και την συνεχεια της εγκυροτητας του Κευνεσιανισμου. Η δεκαετια του 90 ειδε το αποτελεσμα αυτου του αγωνα: την εφαρμογη νεων κοινωνικων σχεσεων και ενα νεο ειδος κυριαρχιας. Τα κυρια χαραχτηριστικα αυτης της νεας μορφης κυριαρχιας ηταν η εγκαθιδρυση δημοκρατιας, η οικονομικη υποχωρηση του κρατους και η προαγωγη μιας ισχυρης κοινωνιας των πολιτων. Αυτες οι αλλαγες εγιναν με σκοπο να διαιωνησουν την δομη κυριαρχιας που ηταν εγγενης στη δομη των κοινωνικων σχεσεων, πανω στις οποιες στηριζοταν το κρατος. Ειναι σημαντικο να καταλαβουμε οτι ο κυριος στοχος των αλλαγων δεν ηταν ουτε η αυξηση της αποδοτικοτητας των αναπτυξιακων πολιτικων, ουτε η μετασχηματισμος της διανομης εισοδηματων, αλλα η διατηρηση της ταξικης δομης της κυριαρχιας.

Ο νεοφιλελευθερισμος στη Λατινικη Αμερικη την δεκαετια του 90

Στη δεκαετια του 90, η αναπτυξη της οικονομιας εχει γινει το κυριο μελημα των Λατινοαμερικανικων κυβερνησεων. Η προσοχη τους εχει επικεντρωθει σε ζητηματα οπως η μακρο-οικονομικη σταθεροτητα, η απελευθερωση και η απορρυθμιση της οικονομιας και η επιτευξη της μεγαλυτερης δυνατης οικονομικης αναπτυξης. Ολα αυτα συνεπαγοταν την οικονομικη υποχωρηση του κρατους. Το κρατος παυει πια να ειναι ενας αμεσος οικονομικος παραγοντας και γινεται μονο ο ρυθμιστης των δραστηριοτητων της αγορας. Η αγορα εχει πια γινει ο κατανεμητης των πορων sine qua non. Aπο αυτη την αποψη, τα κοινωνικα ζητηματα εχουν στην πραγματικοτητα πια γινει οικονομικα ζητηματα, και οι πολιτες εχουν μετατραπει σε καταναλωτες.

Στην δεκατια του 80, η Λατινικη Αμερικη ειδε την εμφανιση και εξελιξη δυο αντιφατικων διαδικασιων. Απο τη μια μερια, οι στρατιωτικες δικτατοριες αρχισαν να καταρρεουν. Απο την αλλη, προεκυψε η κριση του εξωτερικου χρεους. Η κριση του χρεους παρειχε την πρωτη πραγματικη ευκαιρια για την εφαρμογη του νεοφιλελευθερου προγραμματος[6]. Οπως περιγραφει ο Duncan Green, η επονομαζομενη ‘συναινεση της Washington’ ηταν ενα συνολο πολιτικων που ειχε προταθει ως ενιαια λυση για ολες τις Λατινοαμερικανικες χωρες, παρα τις σημαντικες διαφορες αναμεταξυ τους. Η ‘συναινεση της Washington’ εχει παρει τον ορισμο της με συστατικα την μακρο-οικονομικη συνεση, την εξωστρεφεια και την εγχωρια απελευθερωση της οικονομιας[7]. Σα βασικα μεσα και μοχλοι της πολιτικης της θεωρουνται καθ’ ορισμο πλεον, η δημοσιονομικη πειθαρχεια, η μειωση των δημοσιων δαπανων, η φορολογικη μεταρρυθμιση, ο καθορισμος των επιτοκιων απο τις αγορες, η ανταγωνιστικη συναλλαγματικη ισοτιμια, η απελευθερωση των εισαγωγων, η προωθηση των ξενων επενδυνσεων, η ιδιωτικοποιηση, η απορρυθμιση και η θεσπιση νεων νομων για τα δικαιωματα ιδιοκτησιας[8].

Η κυρια κριτικη που ασκηθηκε στη ‘συναινεση της Washington’ ηταν οτι εν οψει της ραγδαιας αυξησης των τοκοχρεωλυσιων, οι δημοσιες δαπανες δεν ηταν ευκολο να μειωθουν. Αυτο εξαναγκασε τις νεες δημοκρατικες κυβερνησεις να στραφουν στη μειωση των κοινωνικων δαπανων, περιοριζοντας ακομα περισσοτερο το ηδη ελαχιστο ‘κρατος προνοιας’ τους[9]. Η φιλοσοφια πισω απο τη ‘συναινεση της Washington’ ηταν οτι οι εσωτερικες διαρθρωτικες μεταρρυθμισεις ηταν αναγκαιες για την σταθεροποιηση της οικονομιας και την αποκατασταση της ικανοτητας των χρεωμενων χωρων να αποπληρωσουν το εξωτερικο τους χρεος. Τα προγραμματα διαρθρωτικης προσαρμογης εχουν πια γινει η βασικη μεθοδος προωθησης του νεοφιλελευθερισμου στις χωρες της Λατινικης Αμερικης και τα θεμελια των οικονομικων πολιτικων σε ολη την περιοχη.

Το 1992, 39% του συνολου των νοικοκυριων των μητροπολιτικων περιοχων της Λατινικης Αμερικης ζουσε κατω απο το οριο της φτωχιας[10]. Απο το συνολο των 470 εκατομμυριων της Λατινικης Αμερικης, τα 150 εκατομμυρια συνεχιζουν να ζουν στην φτωχια. Ο νεοφιλελευθερισμος της δεκαετιας του 1990 δεν εχει αλλαξει την πιο αξιοσημειωτη πτυχη της Λατινοαμερικανικης οικονομιας, δηλαδη, την βαθυτατα ανιση κατανομη του πλουτου. Η απελευθερωση του εμποριου στη Λατινικη Αμερικη εχει μειωσει τους πραγματικους μισθους βραχυπρο8εσμα σαν αποτελεσμα της συναλλαγματικης υποτιμησης, και εχει αυξησει την ανεργια[11]. Η δημοσιονομικη λιτοτητα εχει απαιτησει αλλαγες στα προγραμματα κοινωνικης ασφαλισης, ‘με αποτελεσμα την μειωση του ποσοστου της εργατικης δυναμης που καλυπτεται απο δημοσια προγραμματα ασφαλισης’[12]. Συμφωνα με την αναλυση του Βulmer-Thomas ‘μια ισχυρη και ευλογη υποθεση θα μπορουσε ευκολα να γινει σχετικα με το οτι μια πληρης εφαρμογη της ‘Νεας Οικονομικης Πολιτικης’ θα οδηγουσε και σε αυξηση της εισοδηματικης ανισοτητας, αλλα και σε αυξηση της φτωχιας, εκτος και αν η ‘Νεα Οικονομικη Πολιτικη’ συνοδευοταν απο μια ταχυτατη οικονομικη αναπτυξη’.

Συνεχιζει μαλιστα ισχυριζομενος οτι η ‘Νεα Οικονομικη Πολιτικη’ στην Λατινικη Αμερικη δεν αποτελει απο μονη της την επαρκη προυποθεση για την μειωση της φτωχιας και την βελτιωση της εισοδηματικης κατανομης[13]. Ο λογος για αυτο ειναι οτι η ‘Νεα Οικονομικη Πολιτικη’ δεν εχει αποφερει τα αναμενομενα ποσοστα αναπτυξης. Αντιθετα μαλιστα, ‘τα ποσοστα αναπτυξης στο πραγματικο κατα κεφαλην ΑΕΠ (Ακαθαριστο Εγχωριο Προιον) απο την εναρξη της ‘Νεας Οικονομικης Πολιτικης’ ειναι χαμηλοτερο του ποσοστου πριν απο την κριση χρεους στις περισσοτερες χωρες’[14]. Ετσι, η ανωτεροτητα της ‘Νεας Οικονομικης Πολιτικης’ σε σχεση με τις εσωστρεφεις οικονομικες στρατηγικες του παρελθοντος, δεν μπορει ευκολα να γινει δεκτη.

Η δραστηριοτητα των Μ.Κ.Ο. στη Λατινικη Αμερικη

Οι Μ.Κ.Ο. οριζονται σαν ‘οργανωσεις που δημιουργουνται μεσα στην ‘κοινωνια των πολιτων’ φερνοντας ετσι σε επαφη και επικοινωνια ατομα που εχουν καποιους κοινους σκοπους’[15]. Υπαρχουν σημερα διεθνεις Μ.Κ.Ο. που εχουν την εδρα τους σε μια χωρα (συνηθως μια Οργανωση για Οικονομικη Συνεργασια και Αναπτυξη, η, ας πουμε, μια ΟΟΣΟ χωρα) και που προωθουν την αναπτυξη αλλων χωρων, και εθνικες Μ.Κ.Ο. που εχουν την εδρα τους σε χωρες του Τριτου Κοσμου. Αυτα τα δυο ειδη Μ.Κ.Ο. ειναι επισης γνωστα ως Βορειες Μ.Κ.Ο. (Β.Μ.Κ.Ο.) και Νοτιες Μ.Κ.Ο. (Ν.Μ.Κ.Ο.), αντιστοιχα. Υπαρχει επισης μια διαφοροποιηση αναμεσα σε εκεινες τις Μ.Κ.Ο. που επιδιωκουν να παρεχουν οφελη μονο στα μελη τους και εκεινες που επιδιωκουν να παρεχουν δημοσια οφελη. Αυτη η διαφορα ειναι σημαντικη γιατι σχετιζεται με ζητηματα ευθυνης και λογοδοσιας: ενω οι πρωτες ειναι υπολογες στα μελη τους, ειναι πολυ λιγοτερο ξεκαθαρο σε ποιους ακριβως ειναι υπολογες οι τελευταιες. Οι πρωτες ειναι επισης γνωστες ως κινηματα βασης (Κ.Β), η κοινοτικες οργανωσεις.

Η δραστηριοτητα των Μ.Κ.Ο. εχει αυξηθει σημαντικα απο το τελος του Ψυχρου Πολεμου. Κατα τη διαρκεια του Ψυχρου Πολεμου, υπηρχαν ‘τρεις κοσμοι’: ο Πρωτος Κοσμος (καπιταλιστικος και αναπτυγμενος), ο Δευτερος Κοσμος (κομμουνιστικος και αναπτυγμενος), και ο Τριτος Κοσμος (υποαναπτυκτος).Ο Πρωτος Κοσμος συνδυαζε οικονομικη συμμετοχη (με την εννοια της συμμετοχης της πλειοψηφιας στην οικονομικη ζωη του τοπου), ατομικοτητα και δημοκρατικο πολιτευμα. Με την καταρρευση του κομμουνισμου και την πτωση των περισσοτερων απολυταρχικων καθεστωτων, αυτες οι τρεις αρχες υιοθετηθηκαν απο την πλειοψηφια των εθνων-κρατων[16].

Η ‘μετα-Ψυχροπολεμικη’ περιοδος ειδε μια αυξηση των δραστηριοτητων του ΟΗΕ που ηρθε σα συνεπεια του τερματισμου των συνεχων εμπλοκων στο Συμβουλιο Ασφαλειας. Αυτο μεταμορφωσε τις σχεσεις Βορρα- Νοτου, καθως το ανθρωπιστικο εργο ανακουφισης του ΟΗΕ εχει πια αποκτησει μεγαλυτερη σημασια. Ετσι, τα κυρια χαραχτηριστικα της ‘μετα-Ψυχροπολεμικης’ περιοδου ειναι ενα συνεχιζομενο κυμα εκδημοκρατισμου και απελευθερωσης της οικονομιας, ενας νεος ρολος του ΟΗΕ και η αναδιαρθρωση των σχεσεων Βορρα-Νοτου. Σε αυτο το πλαισιο, οι Μ.Κ.Ο. εχουν γινει παικτες-κλειδια λειτουργωντας σαν μεσολαβητες αναμεσα στο Βορρα και το Νοτο.

Στη Λατινικη Αμερικη, ο εκδημοκρατισμος του πολιτευματος ακολουθηθηκε απο την απελευθερωση της οικονομιας. Οι Μ.Κ.Ο. θεωρηθηκαν ως φορεις για τον εκδημοκρατισμο και την ισχυροποιηση της ‘κοινωνιας των πολιτων’. Λειτουργουν σαν αντιβαρο για το κρατος ‘ανοιγοντας διοδους επικοινωνιας και συμμετοχης, παρεχοντας ενα πεδιο εκπαιδευσης για ακτιβιστες, προαγωντας τον πλουραλισμο και προστατευοντας τα ανθρωπινα δικαιωματα’[17]. Οι χορηγοι απο τη Δυση ειδαν τις Μ.Κ.Ο. οχι μονο σαν εργαλεια για να βελτιωσουν τις οικονομιες των αναπτυσσομενων χωρων, αλλα και τα πολιτευματα τους. Υπολογιζεται οτι οι διεθνεις Μ.Κ.Ο., ‘μεσω της σχεσης τους με τις Ν.Μ.Κ.Ο. υποστηριζουν καποια 60 εκατομμυρια στην Ασια, 25 εκατομμυρια στη Λατινικη Αμερικη και 12 εκατομμυρια στην Αφρικη’[18]. Ενω στην Ασια και στην Αφρικη οι Μ.Κ.Ο. εχουν εκτοπισει τις κυβερνησεις στον τομεα της υγειας, η περιπτωση της Λατινικης Αμερικης ειναι ιστορικα διαφορετικη.

Κατα τη διαρκεια των στρατιωτικων δικτατοριων, οι Λατινοαμερικανικες Μ.Κ.Ο. αντιστεκονταν τα κυβερνητικα καθεστωτα και εργαζονταν στο πλευρο των πολιτικων κομματων για την επιστροφη στη δημοκρατια. Οι Μ.Κ.Ο.  θεωρουνταν απο τα εθνη-χορηγους ως οχηματα εκδημοκρατισμου και ισχυροποιησης της ‘κοινωνιας των πολιτων’. Πραγματικα, κατα τη διαρκεια της δεκαετιας του 70, η δραστηριοτητα των Μ.Κ.Ο. ειχε βαθια επηρεαστει απο την πολιτικη κατασταση.

Μια και καθε πολιτικη δραστηριοτητα ειχε απαγορευτει, οι Μ.Κ.Ο. αποτελουσαν μια απο τις λιγες ακομα νομιμες μορφες οργανωσης και συμμετοχης. Οι Μ.Κ.Ο. ηταν περισσοτερο αντι-κυβερνητικες παρα μη κυβερνητικες οργανωσεις: ‘ θεωρουνταν αλλα, πανω απο ολα, θεωρουσαν και οι ιδιες τον εαυτο τους, σα μορφες αντιπολιτευτικης πολιτικης δρασης σε συνθηκες απολυταρχισμου’[19]. Κατω απο τετοιες συνθηκες, η πολιτικη πλευρα της δρασης των Μ.Κ.Ο. απεκτησε ιδιαιτερη εμφαση. Ενα απο τα χαραχτηριστικα των Μ.Κ.Ο. ηταν η περιθωριοποιηση τους, η ελλειψη συμμετοχη τους στα του κρατους. Ανεπτυξαν στενες σχεσεις με τις τοπικες οργανωσεις που αντιστεκοντουσαν τα απολυταρχικα καθεστωτα, οπως για παραδειγμα στο El Salvador, αν και υπηρξαν και μερικες εξαιρεσεις, οπως εκεινη της Γουατεμαλας. Στο El Salvador, υπηρχαν συνεχως υποψιες ισχυρων δεσμων μεταξυ των Μ.Κ.Ο. και του FMLN, ενω στη Γουατεμαλα οι Μ.Κ.Ο. προσπαθησαν να διατηρησουν πολιτικη ανεξαρτησια[20].

Κατα τη διαρκεια της δεκαετιας του 70, υπηρχε ενταση στις σχεσεις μεταξυ των Λατινοαμερικανικων Μ.Κ.Ο. και των Βορειων Μ.Κ.Ο. Οι πρωτες αντιπαθουσαν τον ελεγχο που οι ξενες οργανωσεις ειχαν πανω στις δραστηριοτητες τους. Επιζητουσαν την εγκαταλειψη του πατερναλισμου, αποκεντρωση εξουσιας και αλληλεγγυη ωστε να καταφερουν να αμφισβητησουν και να προκαλεσουν την κρατικη εξουσια. Αν και η Macdonald δεν αναγνωριζει παρα μονο μικρες αλλαγες στη σχεση μεταξυ των Βορειων και των Λατινοαμερικανικων Μ.Κ.Ο., επισημαινει οτι ‘οι παλιες συνηθειες δεν αλλαζουν ευκολα και οτι η πλειοψηφια των Βορειων Μ.Κ.Ο. απετυχε στο να ανταποκριθει με σοβαροτητα στην κριτικη απο το Νοτο’[21]. Ενα αλλο χαραχτηριστικο κρισιμης σημασιας εκεινων των χρονων ηταν ο ρολος που επελεξε να παιξει η Καθολικη Εκκλησια. Η Εκκλησια ειναι η πιο ισχυρη οργανωση της ‘κοινωνιας των πολιτων’ στη Λατινικη Αμερικη και σε ορισμενες χωρες (ειδικα στη Βραζιλια) επαιξε ενα σημαντικοτατο ρολο αντιπαραθεσης στις στρατιωτικες δικτατοριες. Κατα τη διαρκεια των δικτατοριων, εκεινες οι Μ.Κ.Ο. που προστατευονταν απο την Εκκλησια, ηταν τα μοναδικα κοινωνικα κινηματα που καταφεραν να επιβιωσουν.

Oι Λατινοαμερικανικες Μ.Κ.Ο. δεν εχουν μεινει ανεπηρεαστες απο την ‘αλλαγη εποχης’ της περιοχης. Με τη διασπαση των αυταρχικων καθεστωτων, οι Μ.Κ.Ο. εχουν σταδιακα αρχισει να προσαρμοζονται στη νεα πραγματικοτητα της δεκατιας του 90, παιζοντας πια ενα ρολο ως φορεις αναπτυξης παρα ως φορεις πολιτικου ακτιβισμου εναντια στην κρατικη καταπιεση. Κατα τη διαρκεια αυτης της περιοδου, οι Μ.Κ.Ο. ‘δεν ειχαν μονο επιβιωσει αλλα ειχαν μεγαλωσει σε σπουδαιοτητα και αριθμο, ολο και περισσοτερο ταυτιζομενες με το ρολο τους ως φορεις αναπτυξης παρα ως φορεις κοινωνικης μεταμορφωσης’[22]. Ετσι, το αγωνιστικο στοιχειο των Λατινοαμερικανικων Μ.Κ.Ο. τροποποιηθηκε μετα την επανεμφανιση της δημοκρατιας. Η ‘αντι-κυβερνητικη’ σταση αντικατασταθηκε με ‘συνεργασια΄ με τις εθνικες κυβερνησεις, τις ξενες κυβερνησεις και τους διεθνεις φορεις, με σκοπο την εξασφαλιση προσβασης σε κεφαλαια. Αν και ορισμενες Μ.Κ.Ο. ειναι ακομα απροθυμες να συμπραξουν με κυβερνησεις (ειδικα στη Βραζιλια), οι περισσοτερες εχουν εγκαταλειψει τον αγωνα εναντια στο κρατος και εχουν αρχισει να συμμορφωνονται με τους ‘νεοφιλελευθερους’ κανονες του παιχνιδιου. Συνεπως, οι Μ.Κ.Ο. εχουν αρχισει να αναλαμβανουν την ευθυνη για την εκτελεση εργων αναπτυξης που πριν εκτελουνταν απο το κρατος.

Ορισμενοι ερευνητες εχουν καλοσωρισει την μεταμορφωση των Μ.Κ.Ο., ενω αλλοι παραμενουν πολυ κριτικοι. Ο Lehmann υποστηριζει οτι οι Μ.Κ.Ο. εχουν βοηθησει να δυναμωσουν οι απαιτησεις για πολιτικα δικαιωματα που προεβαλαν απο τα κινηματα βασης (Κ.Β)[23], και ο Friedmann υποστηριζει οτι οι Μ.Κ.Ο. εχουν την ικανοτητα να πιεσουν το κρατος να ειναι ‘περισσοτερο επιδεκτικο στις αξιωσεις των αδυναμων’[24]. Απο μια κριτικοτερη σκοπια, η Rivera-Cusicanqui κριτικαρει τη μεθοδους και πρακτικες των Μ.Κ.Ο. στην ορεινη Βολιβια. Συμφωνα με την αναλυση της, οι Μ.Κ.Ο. δρουν βασισμενες σε Δυτικες αξιες που ειναι ακαταλληλες για τις κοινοτητες των Ανδεων[25]. Η περιπτωση της Βολιβιας ειναι ενα καλο παραδειγμα του ρολου των Μ.Κ.Ο. κατα τη δεκαετια του 90. Η κυβερνηση ανεθεσε με συμβαση σε μια Μ.Κ.Ο. εκκλησιαστικης προελευσης (Fe y Alegría, η, στα ελληνικα, Πιστη και Χαρα) την διευθυνση ενος αριθμου Γυμνασιων και Λυκειων. Ενω οι καθηγητες πληρωνονταν το ιδιο οπως στα δημοσια σχολεια, τα σχολεια της Fe y Alegría προτιμουνται απο τα δημοσια σχολεια επειδη υπαρχει μια  ‘εξαιρετικη συναδελφικη αλληλεγγυη αναμεσα σε μαθητες, γονεις και το προσωπικο’[26]. Στη Βολιβια οι Μ.Κ.Ο. συμμετεχουν στις μικρες γεωργικες εκμεταλλευσεις, στη πρωτοβαθμια φροντιδα υγειας και στην εκπαιδευση, οι δυο τελευταιες οντας πραγματικα ξεκαθαρα βασικα δικαιωματα των πολιτων που μεχρι σημερα παρεχονταν αποκλειστικα απο το κρατος[27].

Στη Recife της Βραζιλιας,  τα παιδια σε ηλικιες αναμεσα στα 7 και τα 14 λαμβανουν τη βασικη τους παιδεια απο ενα δικτυο κοινοτικων οργανισμων που εξυπηρετειται απο το Luiz Freire Centre. Aυτη η Μ.Κ.Ο. παρεχει βασικη παιδεια για παιδια και αναλφαβητους ενηλικες, νομικη βοηθεια, υπηρεσιες επικοινωνιας και υγειονομικη περιθαλψη. Στη Βραζιλια υπαρχουν πανω απο 2000 Μ.Κ.Ο. που συνδεονται με την προστασια του περιβαλλοντος, την παιδεια, την αγροτικη μεταρρυθμιση, την κοινοτικη αναπτυξη, θεματα ισοτητας των φυλων και ανθρωπινα δικαιωματα[28].

Στη Χιλη, Μ.Κ.Ο. προσανατολισμενες προς την ερευνα παιζουν ενα σημαντικο ρολο στη διαμορφωση και την εφαρμογη της υγειονομικης πολιτικης[29]. Στο Santiago υπαρχουν περιπου 100 Μ.Κ.Ο. που εργαζονται με τον τομεα των μικρων επιχειρησεων[30]. Στο Περου, οι Μ.Κ.Ο. συμμετεχουν στον τομεα υγειας και σε περιβαλλοντικα προγραμματα[31].

Στη δεκαετια του 80, ο ρολος του κρατους στην αναπτυξη ηταν ξεκαθαρα προσδιορισμενος: ηταν ο κυριος προαγωγος και ο διευθυντης της αναπτυξης. Στη δεκαετια του 90, αυτος ο ρολος ειναι πολυ δυσκολοτερο να καθοριστει. Το κρατος συνεχιζει να ειναι ακομα προαγωγος αναπτυξης, αλλα δεν ειναι πια ο κυριος φορεας της αναπτυξης. Δεν συμμετεχει αμεσα αλλο πια στη αναπτυξιακη διαδικασια στον ιδιο βαθμο. Οι Μ.Κ.Ο. υφιστανται επισης μια μεταμορφωση. Στη δεκαετια του 80, ο ρολος τους ηταν ‘ να ειναι συμμαχοι των φτωχων, να αυξανουν την προσβαση τους σε ορισμενα απο τα αγαθα της αναπτυξης, να συνδεουν ενα μεγαλο μερος του σχεδιου εκσυγχρονισμου, να ασκουν κριτικη στις μορφες παρεμβατισμου του κρατους και να ειναι οι φωνες για μια πιο δημοκρατικη μορφη αναπτυξης[32].   Στη δεκαετια του 90, οι Μ.Κ.Ο. ειδαν τις λειτουργιες τους να αλλαζουν. Εχουν γινει η μοναδικη εναλλακτικη του κρατους στην πρακτικη εφαρμογη της αναπτυξης. Εχουν αναλαβει ευθυνες οπως εκεινη για τη δευτεροβαθμια εκπαιδευση στη Βολιβια, που ανηκαν πριν αποκλειστικα στο κρατος. Απο αυτη την αποψη, εχουν δεχτει τους κανονες του νεοφιλελευθερου παιχνιδιου. Υπαρχουν εξαιρεσεις. Ορισμενες Μ.Κ.Ο. προσπαθουν να διατηρησουν ενα ελαφρως πιο κριτικο ρολο. Οι Βραζιλιανικες Μ.Κ.Ο.  εχουν προσπαθησει να διατηρησουν τη σταση που ειχαν τη δεκαετια του 70 και να μην αντικαταστησουν το κρατος. Συμφωνα με τον Durao,

Oι Βραζιλιανικες Μ.Κ.Ο. δεν εχουν σημαντικους δεσμους με τις αγορες, εχοντας σχετικα μικρες επενδυσεις σε δραστηριοτητες που συνδεονται με την παραγωγη. Οι αναπτυξιακες εμπειριες μικρης κλιμακας εχουν ηδη εξαντλητικα αμφισβητηθει, κατακριθει και εγκαταληφθει απο τις περισσοτερες Μ.Κ.Ο. Εχει υπαρξει μια υπαναχωρηση σχετικα με αυτο, οπως για παραδειγμα, η εμφαση για εργασια με επικεντρο τις εναλλακτικες τεχνολογιες στη γεωργια. Αλλα ακομα κι αυτες οι εργασιες δεν θεωρουνται απο τις Μ.Κ.Ο. σαν οικονομικα η παραγωγικα εργα χωρις σχεση με την πολιτικη και την παιδεια, αντιθετα μαλιστα αναλαμβανονται σαν πολιτικα και επιμορφωτικα εργα.[33]

Οι Βραζιλιανικες Μ.Κ.Ο. αποτελουν μερος της πολιτικης σφαιρας, συμμετεχουν στην υπερασπιση των ανθρωπινων δικαιωματων και αγωνιζονται για την χειραφετηση του πολιτη και τον εκδημοκρατισμο του κρατους. Εχουν διατηρησει την αυτονομια τους απο την κυβερνηση και τα πολιτικα κομματα. Ο στοχος τους ειναι εκεινο το μερος του πλυθησμου που στερειται τα βασικα του δικαιωματα. Συνφωνα με τον Bosch, oi Μ.Κ.Ο. βιωνουν μια μετατοπιση εμφασης στη δουλεια τους: ‘απο μια εμφαση στις βασικες  αναγκες σε μια εμφαση στα βασικα δικαιωματα[34].

Ομως, τετοια παραδειγματα ειναι η εξαιρεση. Μετα απο μια προσπαθεια απο την κυβερνηση του Carlos Salinas να τις ρυθμισει, οι Μ.Κ.Ο. στο Μεξικο δεχτηκαν μια διαφορετικη μεταχειρηση απο την κυβερνηση του Ernesto Zedillo, που το 1995 συμβουλευτηκε τις Μ.Κ.Ο. σχετικα με το –οπως αποκαλειται- Εθνικο Σχεδιο Αναπτυξης. Το νεο Σχεδιο προαγει την συμμετοχη των Μ.Κ.Ο. στη διαμορφωση, εκτελεση και αξιολογηση δημοσιων πολιτικων[35]. Οι Μεξικανικες Μ.Κ.Ο. ασχολουνται με δραστηριοτητες που δινουν μορφη σε δημοσιες πολιτικες και υπαρχει μια δυνατη αλληλεπιδραση μεταξυ των Μ.Κ.Ο. και του κρατους. Οι Μεξικανικες Μ.Κ.Ο., επομενως, εχουν δεχτει τους κανονες του παιχνιδιου και εχουν μετατραπει σε εκτελεστες της δημοσιας πολιτικης.

Η αλληλεξαρτηση μεταξυ νεοφιλελευθερισμου και ακμης των Μ.Κ.Ο.

Εχουμε περιγραψει πως οι Μ.Κ.Ο. εχουν αυξησει το ρολο τους στην ‘νεοφιλελευθερη εποχη’. Αυτο απο μονο του θετει το ερωτημα της σχεσης αναμεσα στην ανοδο των Μ.Κ.Ο. και τον νεοφιλελευθερισμο. Θεωρητικα, ο νεοφιλευθερισμος προωθει μια ισχυρη κοινωνια των πολιτων. Πιστευει στην μεγαλυτερη αποδοτικοτητα του ιδιωτικου τομεα. Η φτωχη επιδοση του δημοσιου τομεα στις Λατινοαμερικανικες χωρες ενθαρρυνε την αναζητηση πιο αποδοτικων τροπων παροχης υπηρεσιων. Ως αποτελεσμα, οι χορηγοι οικονομικης βοηθειας υποστηριξαν την συμμετοχη των Μ.Κ.Ο., και η κοινωνια των πολιτων με αυτη την εννοια κατεκτησε μια θεση-κλειδι στην παροχη μιας ολοκληρης σειρας υπηρεσιων. Συμφωνα με το νεοφιλευλεθερο δογμα, η αγορα και ο ιδιωτικος τομεας ειναι αποδοτικοτεροι απο το κρατος και το δημοσιο τομεα στην επιτευξη οικονομικης αναπτυξης και στην παροχη υπηρεσιων. Οι Μ.Κ.Ο. ‘θεωρουνται πλεον ως τα προτιμωμενα καναλια παροχης υπηρεσιων σε μια διαδικασια σκοπιμης υποκαταστασης του κρατους.[36]’ Ο νεοφιλελευθερισμος θεωρει την κοινωνια των πολιτων ως μη-καταναγκαστικη, μια σφαιρα ελευθεριας για ολους.

Η ακμη των Μ.Κ.Ο. δεν ειναι ουτε ‘φυσικο φαινομενο’ ουτε ‘φυσικη αντιδραση’ σε τοπικες η/και σε εθελοντικες δρασεις. Η δημοτικοτητα που οι Μ.Κ.Ο. απολαμβανουν απο κυβερνησεις και απο επισημες ανθρωπιστικες οργανωσεις δεν αποτελει καποιο απομονωμενο γεγονος. Στην περιοδο μετα τον Ψυχρο Πολεμο, η αναπτυξη και ανθρωπιστικες πολιτικες κυριαρχουνται απο αυτο που ο Robinson ονομαζει ‘Νεα Πολιτικη Ατζεντα’[37]. Αυτη η Ατζεντα, αν και εχει διαφορες σε διαφορετικες χωρες, ‘καθοδηγειται απο πεποιθησεις οργανωμενες γυρω απο τους διδυμους πολους της νεοφιλελευθερης οικονομιας και της φιλελευθερης δημοκρατικης θεωριας.[38]’ Το κυριο παραδοξο των καιρων μας ειναι οτι οι διαδικασιες εκδημοκρατισμου που στοχευαν στην πολιτικη ενταξη ολων μας, συνοδευτηκαν απο ενα οικονομικο φιλελευθερισμο και διαρθρωτικες προσαρμογες που οδηγουν στον οικονομικο αποκλεισμο της πλειοψηφιας. Αυτος ειναι ο λογος που οι εννοιες του κρατους και του πολιτη εχουν αλλαξει. Ενω το κρατος εχει παψει να ειναι ο παροχος και εχει μετατραπει σε εναν απο τους εκτελεστες των διαφορων πολιτικων, ο πολιτης δεν δικαιουται πλεον να προσδοκει υπηρεσιες απο το κρατος. Αυτο σημαινει οτι και οι υποχρεωσεις αλλα και οι ευθυνες του κρατους εχουν επισης αλλαξει.

Οπως ο Wood επισημαινει, ‘ το κρατος ως εγγυητης και ρυθμιστης συνεχει μια διαφορετικη εννοια ευθυνης απο το κρατος ως ‘εκτελεστης’. [39]

Ετσι, σιωπηρα, οι Μ.Κ.Ο. εχουν συμβαλει στην υποχωρηση του κρατους, μια που ενας απο τους λογους της αυξανομενης σπουδαιοτητας των Μ.Κ.Ο. ειναι ακριβως η υποθεση της αναποτελεσματικοτητας του κρατους. Οι Μ.Κ.Ο. εχουν ερθει να γεμισουν το κενο που αφηνει πισω της η υποχωρηση του κρατους, λειτουργωντας στην πραγματικοτητα σαν προπετασμα καπνου για να κρυψουν το γεγονος οτι οι δημοσιες υπηρεσιες καθεαυτες εξαφανιζονται. Οι Μ.Κ.Ο. εμφανιστηκαν σαν εναλλακτικες του κρατους, συγκαλυπτοντας το γεγονος οτι το κρατος εχει υποχρεωσεις απεναντι στους πολιτες του: ισες ευκαιριες προσβασης σε παιδεια, υγεια, καθαρο νερο και ουτω καθεξης. Οι Μ.Κ.Ο. εχουν παψει να αγωνιζονται κατα του αυταρχικου κρατους και αντικαθιστουν τωρα ενα αδιαφορο κρατος. Επιπλεον, η ακμη των Μ.Κ.Ο. γινεται κατανοητη σαν σημαδι της αποτυχιας του κρατους: ο ρολος των Μ.Κ.Ο. αυξανεται λογω της ανικανοτητας του κρατους να πετυχει τους στοχους του. Το θεμα ειναι οτι οι Μ.Κ.Ο., παρα τις καλες τους προθεσεις, εχουν συμβαλλει στην νομιμοποιηση της υποχωρησης του κρατους και στη δημιουργια συνθηκων στις οποιες η εξαφανιση του κρατους να μη φαινεται επικινδυνη. Στην πραγματικοτητα οι Μ.Κ.Ο. ειναι εκδηλωση της υποχωρησης του κρατους και οχι η λυση της.

Το να αναλαβουν αυτο τον ρολο ειναι δυσκολη υποθεση για τις Μ.Κ.Ο. Χρειαζεται να αντιμετωπισουν ενα κρατος που παραδιδει πολλες απο τις υποχρεωσεις του στον ιδιωτικο τομεα και που περιμενει απο την κοινωνια των πολιτων να βρει λυσεις για κοινωνικες κρισεις. Αν οι Μ.Κ.Ο. αναλαβουν τετοια ευθυνη, θα γινουν συνενοχες στην υποχωρηση του κρατους και στην εγκαταλειψη της κοινωνικης ευθυνης του απεναντι στους πολιτες. Οι Μ.Κ.Ο. θα επαιζαν ετσι το νεοφιλελευθερο παιχνιδι, νομιμοποιωντας το. Αν ερθουν σε αντιπαραθεση με το κρατος, θα χασουν οικονομικους πορους και συνεπως σπουδαιοτητα, εξαιτιας της ολοενα αυξανομενης εξαρτησης τους απο διεθνεις ανθρωπιστικες οργανωσεις και ΟΟΣΟ κυβερνησεις. Δεν μπορουν να ερθουν σε αντιπαραθεση με το ‘νεοφιλελευθερο δογμα’ χωρις να αντιπαρατεθουν στην κυρια πηγη χρηματοδοτηση τους. Ειναι, στο πλαισιο αυτο, αντιμετωπες με μια ‘Catch-22 κατασταση’[40]. Εχουν βρεθει παγιδευμενες ‘αναμεσα στις μακρο-σκοπικες πολιτικες επιταγες και στους μικρο-σκοπικους τους κοινωνικους/αναπτυξιακους ρολους.[41]

Τα μειονεκτηματα των Μ.Κ.Ο. : οι διαχωρισμοι αναμεσα σε δικαιωματα και αναγκες

Εχουμε υποστηριξει οτι οι Μ.Κ.Ο. συμβαλλουν στην νομιμοποιηση του νεοφιλελευθερισμου. Αλλα γιατι αραγε θα επρεπε να ανυσηχουμε για κατι τετοιο; Υπαρχει μια σειρα απο μειονεκτηματα στον ρολο που παιζουν οι Μ.Κ.Ο. Πρωτον, η υποθεση οτι οι Μ.Κ.Ο. ειναι πιο αποτελεσματικοι παροχοι υπηρεσιων απ’ οτι το κρατος ειναι αμφισβητησημη.  Συμφωνα νε τους Turner and Hulme,

Υπαρχει ελαχιστη αποδειξη για το οτι οι Μ.Κ.Ο. ειναι οικονομικα αποδοτικοτερες απο την κυβερνηση, οπως συχνα πιστευεται, και τα διαθεσιμα στοιχεια σχετικα με την αποδοση τους ειναι πολυ περιορισμενα. Οι Μ.Κ.Ο. ειναι συχνα ικανες να εργαστουν με τους φτωχους, αλλα η ικανοτητα τους να συμπαρασταθουν στους φτωχοτερους απο τους φτωχους ειναι περιορισμενη. Οι ανθρωπιστικες οργανωσεις εχουν επιδειξει απροθυμια στο να παρατηρησουν και να διακρινουν τους περιορισμους των Μ.Κ.Ο.: μικρο μεγεθος, περιορισμενη ακτινα δρασης, σε αποσταση απο τις πολιτικες αποφασεις, με επαγγελματικους και τεχνικους περιορισμους, με κακο συντονισμο και προβληματα αντιπροσωπευσης και λογοδοσιας.[42]

Πραγματι, οι Μ.Κ.Ο. στην Λατινικη Αμερικη εχουν προσβαση μονο σε 25 εκατομμυρια ανθρωπους απο τα 150 εκατομμυρια που ζουν κατω απο το οριο της φτωχιας. Ακομα μια συνεπεια της συμμετοχης των Μ.Κ.Ο. ειναι οτι η ανεπαρκεια του κρατους μετατρεπεται σε μια ‘αυτο-διαιωνιζομενη πραγματικοτητα’[43]. Δεν υπαρχει κινητρο για την αλλαγη της αναποτελεσματικοτητας του κρατους. Η λυση που εφαρμοζεται ειναι ειτε η ιδιωτικοποιηση του τομεα, ειτε το ανοιγμα του στις Μ.Κ.Ο. Με αυτη την εννοια, ο κινδυνος της καλυψης του κενου ειναι οτι, ενω οι Μ.Κ.Ο. κερδιζουν σε νομιμοτητα, το κρατος αφηνεται να αμελει τις υποχρεωσεις του.

Δευτερον, παρα τις καλες τους προθεσεις, οι Μ.Κ.Ο. παρεμποδιζονται απο την εξαρτηση τους απο διεθνεις και ντοπιους χορηγους κεφαλαιων, ενας απο τους οποιους ειναι η Παγκοσμια Τραπεζα (World Bank)[44] Ολοενα και περισσοτερα κεφαλαια αν8ρωπιστικης βοηθειας διοχετευονται στις και μεσω των Μ.Κ.Ο. Υπαρχουν ηδη προειδοποιητικα σημαδια που αφορουν την πιθανη διαφθορα των Μ.Κ.Ο. λογω της ‘στενης τους σχεσης με, και την εξαρτηση τους απο την επισημη ανθρωπιστικη βοηθεια’[45]. Η παραδοσιακη δυναμη των Μ.Κ.Ο. βασιζονταν στην ευκαμψια τους, στην καινοτομια τους και στην συμμετοχη των δικαιουχων στα κοινα ωφελη. Θεωρουνταν υπολογες στο κοινο τους και λειτουργουσαν ως ανεξαρτητοι φορεις μεσα στην κοινωνια των πολιτων.

Ολα αυτα υπονομευονται οταν οι Μ.Κ.Ο. ειναι οικονομικα εξαρτημενες απο την επισημη ανθρωπιστικη βοηθεια. Οι Μ.Κ.Ο. τεινουν σταδιακα να ειναι πιο κοντα στους διεθνεις χορηγους αν8ρωπιστικης βοηθειας απ’ οτι στον ‘απλο κοσμο’. Με το να μετατρεπονται σε απλους εκτελεστες των πολιτικων που σχεδιαζει το κρατος, οι Μ.Κ.Ο. χανουν την πιο πολυτιμη απο τις ιδιοτητες τους: την ευκαμψια τους.[46]

Η Παγκοσμια Τραπεζα ειχε αφιερωσει ενα ολοενα αυξανομενο ποσοστο της ανθρωπιστικης του βοηθειας σε δανεια διαρθρωτικων αλλαγων και πολλοι αλλοι αναπτυξιακοι φορεις και διμερεις χορηγοι εχουν κανει την βοηθεια τους να εξαρταται απο την συμμορφωση της αποδεκτριας κυβερνησης με την νεοφιλελευθερη ατζεντα. Το ολο και μεγαλυτερο και ασφυκτικοτερο δικτυο διασυνοριακων προυποθεσεων εχει επιτρεψει στους διεθνεις χορηγους ανθρωπιστικης βοηθειας να εχουν μια πρωτοφανη επιρροη στην διαμορφωση τοσο της μοκροοικονομικης οσο και της κοινωνικης πολιτικης των αναπτυσσομενων χωρων. Η Inter-American Development Bank (IDB) εχει απαιτησει, μεταξυ αλλων, την ιδιωτικοποιηση των εργων αρδευσης και του αρδευτικου συστηματος στο συνολο του, σαν προυποθεσεις για ενα βοηθητικο δανειο στον αγροτικο τομεα του Περου.[47] Οι Μ.Κ.Ο. εχουν παγιδευτει σ’ αυτο το δικτυο των διασυνοριακων προυποθεσεων, χανοντας την ευκαμψια και την αυτονομια τους. Οι Μ.Κ.Ο. δεν μπορουν να κινηθουν εναντια στην νεοφιλελευθερη ατζεντα οταν οι κυριοι χορηγοι τους ειναι ακριβως οι προαγωγοι της.

Ενας τριτος κινδυνος ειναι το γεγονος οτι με την ανοδο των Μ.Κ.Ο., η αναπτυξη[48] εχει μετατραπει ουσιαστικα σε τεχνικο ζητημα, σε ζητημα τεχνικης εμπειρογνωμοσυνης. Ενα μεγαλο μερος της αναπτυξιακης ατζεντας χανει ετσι τις κοινωνικες του διασυνδεσεις και προεκτασεις.

Υπαρχουν φυσικα τεχνικες πλευρες στα αναπτυξιακα εργα, αλλα η αναπτυξη εχει επισης οικονομικες, κοινωνικες, πολιτικες και πολιτισμικες διαστασεις. Οταν η αναπτυξη θεωρηθει σαν ενα καθαρα τεχνικο ζητημα, αποπολιτικοποιειται και συνεπως αποσυνδεεται απο ζητηματα και ζητουμενα οπως για παραδειγμα η ισοκατανομη  των πορων. Εχει υποστηριχθει μαλιστα οτι ‘μη-κυβερνητικες ομαδες, διευθυνομενες απο μιση ντουζινα τεχνοκρατων, εχουν αποδειξει οτι μπορουν να αλλαξουν την πορεια της διαδικασιας ληψης αποφασεων για μια χωρα την οποια οι ιδιοι οι τεχνοκρατες μπορει να μην εχουν δει ποτε.[49]

Υπαρχει επισης ο κινδυνος να οδηγησει η παρουσια των Μ.Κ.Ο. σε μια θεωρηση της αναπτυξης ως μεμονωμενο εργο αντι για τη ορθοτερη θεωρηση της ως συλλογικο εργο. Οι οικονομικες, κοινωνικες, πολιτικες και πολιτισμικες διαστασεις της αναπτυξης χρειαζονται συλλογικη δραση. Αυτη ειναι η υποχρεωση του κρατους και της κοινωνιας των πολιτων σε συμπραξη. Οι Μ.Κ.Ο. δεν μπορουν να συνεχισουν να επωμιζονται την ευθυνη για την υγειονομικη περιθαλψη η την παιδεια οπως γινεται σημερα.[50] Αυτα ειναι ζητηματα στα οποια θα επρεπε να επικεντρωνεται η συλλογικη δραση. Ο ολοενα αυξανομενος ρολος των Μ.Κ.Ο. στην παροχη βασικων δημοσιων υπηρεσιων (βασικων δικαιωματων) σηματοδοτει την ιδιωτικοποιηση αυτων των υπηρεσιων. Στα νεοφιλελευθερα καθεστωτα, το κρατος παυει να παιρνει ολοκληρη την ευθυνη για αυτες τις υπηρεσιες και τα δικαιωματα των πολιτων ελαχιστοποιουνται. Μια κρισιμη συνεπεια αυτου ειναι η αποπολιτικοποιηση της κοινωνικης ατζεντας. Οπως ο Segarra επισημαινει, ‘οπου καποτε η κοινωνικη ατζεντα, οπως αυτη εκφραζοταν μεσω των κοινωνικων υπηρεσιων, βρισκοταν σταθερα στο χωρο του δημοσιου, η διαχειρηση αυτων των υπηρεσιων εχει σημερα υποβιβαστει στις τεχνικες εμπειρογνωμοσυνες διεθνων φορεων, Μ.Κ.Ο. και κρατικων σχεδιαστων. Η κοινωνικη πολιτικη, σε συνθηκες αναδιαρθρωσης του κρατους, μετατρεπεται σε τεχνικο προβλημα και επομενως χανει την πολιτικη διασταση της και τιθεται εκτος πολιτικης.[51]

Αν η αναπτυξη γινεται αντιληπτη ως ενα καποιο τεχνικο προβλημα και τα κοινωνικα ζητηματα ως οικονομικα, κανενας δεν παιρνει την ευθυνη της προβλεψης τους. Ετσι, η αναπτυξη σε ολες της τις διαστασεις αποπολιτικοποιειται. Δεν υπαρχει καμμια συλλογικη δραση προς την επιτευξη βιωσιμης αναπτυξης, παρα μονο απομονωμενα εργα χρηματοδοτουμενα απο διεθνεις χορηγους. Αυτη η πρακτικη εχει επισης καθιερωσει μια νεα σχεση αναμεσα στο Βορρα και το Νοτο, οπου ο Βορρας εχει απεμπλακει απο τα προβληματα του Νοτου, εχοντας τοποθετησει αναμεσα τους, τους διεθνεις φορεις και τις Μ.Κ.Ο.

Ο Bennet υποστηριζει οτι ‘η αυξηση σε ανθρωπιστικη βοηθεια βρισκεται στο επικεντρο των πολιτικων αντικατοπτριζοντας μια βαθεια αλλαγη στις σχεσεις Βορρα-Νοτου: η αν8ρωπιστικη βοηθεια, ως πολιτικο μοντελο, ειναι μια μορφη απεμπλοκης απο το Νοτο.[52]

Τελικα και πιο ουσιαστικα, η αλλαγη του ρολου του κρατους σημαινει πως οι πολιτες χανουν τα δικαιωματα τους στις υπηρεσιες που παλαιοτερα τους παρειχε το κρατος. Ο Wood συλλαμβανει αυτη την ιδεα παρα πολυ καλα:

Σε ποιο βαθμο χανουν οι πολιτες τα βασικα πολιτικα τους δικαιωματα αν η παροχη υπηρεσιων και αδειων στο συνολο τους ανατεθει σε μη κρατικους φορεις που στην καλυτερη των περιπτωσεων θα ηταν υπολογοι στο κρατος αντι να ειναι αμεσα υπολογοι σ’ αυτους που κατεχουν δικαιωματα υπηρεσιων; Μπορει το κρατος να μεταβιβασει την ευθυνη για την εκτελεση εργων χωρις να χασει τον ελεγχο της ακολουθουμενης πολιτικης (αφου αλλωστε η πραξη ειναι η πολιτικη) και επομενως χανοντας την ευθυνη για την προασπιση των δικαιωματων των πολιτων του; Aν η απαντηση στην πρωτη ερωτηση ειναι ναι και στην δευτερη οχι, τοτε εχουμε κρατη χωρις πολιτες. Η ιρωνια, φυσικα, βρισκεται στο γεγονος οτι οι διεθνεις υποστηρικτες της διαδικασιας του εκδημοκρατισμου ειναι οι ιδιοι που επιθυμουν να ιδιωτικοποιησουν τις λειτουργιες του κρατους, αφαιρωντας  ετσι απο τη δημοκρατια στην οποια υποτιθεται στοχευουν, καθε δοντι και καθε νοημα.

Αν η αγορα γινει ο κατανεμητης των δημοσιων υπηρεσιων, αυτο σημαινει οτι καποιος θα εχει πλεον ‘αδειες ανταλλαγης αλλα οχι δικαιωματα’. Επιπλεον, ο Wood εκτιμα οτι ‘η απωλεια των δικαιωματων στο κρατος δεν αποκαθισταται επαρκως απο την αποκτηση τους στην αγορα.[53]

Εχουμε δει για παραδειγμα οτι η Παγκοσμια Τραπεζα επαινεσε το παραδειγμα της παροχης εκπαιδευτικων υπηρεσιων απο την Fe y Alegría στην Βολιβια. Αλλα η επιτυχια αυτης της Μ.Κ.Ο. σιγουρα εγειρει μια σειρα πιο θεμελιωδων προβληματισμων, οπως για παραδειγμα το αν ειναι σωστο να εκχωρησει μια κυβερνηση βαση συμβασης σε μια Μ.Κ.Ο. το δικαιωμα να διαχειριζεται την δημοσια εκπαιδευση, το αν η Μ.Κ.Ο. ειναι υπολογη στο κρατος, τους γονεις η τους μαθητες, και το αν η Μ.Κ.Ο. εχει την ικανοτητα η την εξουσιοδοτηση να οργανωσει η να αλλαξει το προγραμμα σπουδων. Συμμετεχει αραγε ο διεθνης η ο ντοπιος χορηγος αμεσα η εμμεσα στο εκπαιδευτικο συστημα; Μπορει ενα συστημα παιδειας να τροποποιηθει (ειδικα μακροπροθεσμα) απο μια Μ.Κ.Ο. η απο εναν διεθνη η ντοπιο χορηγο; Δεν ειναι υποχρεωση του κρατους να παρεχει ελευθερη και ιση παιδεια σε ολους τους πολιτες του;

Εχει πια γινει ευρεως αποδεκτο οτι το κρατος αλλαζει και, συμφωνα με το World Bank World Development Report 1997, αυτη η αλλαγη γινεται υπο την επιρροη μεταβολων σε διεθνες επιπεδο. Τεσσερεις ειναι οι εξελιξεις που εξαπελυσαν τις αλλαγες: η καταρρευση της Σοβιετικης Ενωσης, η δημοσιονομικη κριση του συστηματος κοινωνικης προνοιας, ο ρολος του κρατους στην αναπτυξη της Ανατολικης Ασιας, οι καταρρευσεις κρατων και οι εκρηξεις ανθρωπιστικων καταστασεων αναγκης σε ολα τα μηκη και πλατη του κοσμου. Συμφωνα με την World Bank, ‘o καθοριστικος παραγοντας πισω απο αυτες τις αντικρουομενες εξελιξεις ειναι η αποδοτικοτητα  του κρατους’. Ενα αποδοτικο κρατος θεωρειται να ειναι πρωταρχικης σημασιας οχι μονο για την παροχη αγαθων, υπηρεσιων, κανονων και ιδρυματων αλλα και για να ‘επιτρεπει τις αγορες να ανθουν και τους ανθρωπους να ζουν με υγεια και ευτυχια’. Η εμπειρια εχει διδαξει οτι το κρατος βρισκεται στο κεντρο της οικονομικης και κοινωνικης αναπτυξης, οχι σαν αμεσος παροχος αναπτυξης αλλα σαν συνεταιρος, καταλυτης και διαμεσολαβητης.[54]

Αν το κρατος δεν ειναι υποχρεωμενο να παρεχει, ειναι επειδη καπου, καποτε, οι πολιτες εχασαν το δικαιωμα να απαιτουν. Το κρισιμο ζητημα ειναι η εννοια της αποδοτικοτητας. Το να εισαι αποδοτικος σημαινει να εισαι ικανος να φερεις το προσδοκουμενο αποτελεσμα, επομενως ειναι απαραιτητο να κοιταξουμε τους στοχους του κρατους. Συμφωνα με την εκθεση του World Bank που αναφεραμε παραπανω, ‘κρατη με αδυναμες θεσμικες δυνατοτητες θα επρεπε να συγκεντρωνουν την προσοχη τους στην παροχη των αγνων δημοσιων αγαθων και υπηρεσιων που οι αγορες δεν μπορουν να παρεχουν (και που η εθελοντικη, συλλογικη πρωτοβουλια υπο-παρεχει), οπως επισης και αγαθα και υπηρεσιες με μεγαλα εξωτερικα οφελη, οπως δικαιωματα ιδιοκτησιας, καθαρο νερο, δρομοι και δημοσια παιδεια.’ Τονιζει επισης οτι ‘το κρατος, σε ολα τα επιπεδα τως θεσμικων δυνατοτητων, θα επρεπε να σεβεται, να καλλιεργει και επωφελειται απο τις ιδιωτικες και τις εθελοντικες πρωτοβουλιες και τις ανταγωνιστικες αγορες.[55]’ Επομενως, το κρατος πρεπει να προαγει ιδιωτικες πρωτοβουλιες παροχης αγαθων και υπηρεσιων. Οι μονες υπηρεσιες που το κρατος αμεσα και απο μονο του πρεπει να παρεχει ειναι εκεινες  οι υπηρεσιες εξωτερικων οφελων. Αλλα η εννοια του εξωτερικου οφελους ειναι παρα πολυ υποκειμενικη. Ενω ενα ατομο θα μπορουσε να θεωρησει την υγεια, τα επιδοματα ανεργειας και την προσβαση στην ανωτερη εκπαιδευση σα ζητηματα με τα μεγαλυτερα εξωτερικα οφελη, ενα αλλο θα μπορουσε να υποστηριξει ενα πιο περιοριστικο ορισμο, προτεινοντας οτι τα δικαιωματα ιδιοκτησιας φερνουν σημαντικοτερα εξωτερικα οφελη απ’ οτι, ας πουμε, η παιδεια. Ειναι παλι η αγορα που αποφασιζει την ιεραρχια μεταξυ εξωτερικων οφελων;

O ρολος των Μ.Κ.Ο. στη δεκαετια του 90 ηταν ο ρολος εκεινου που προσπαθει να διορθωσει συνεπειες αντι να επιτεθει στις αιτιες: ‘Αν δεις ενα μωρο να πνιγεται, πηδας στο νερο για να το σωσεις, και αν δεις ενα δευτερο η τριτο, κανεις παλι το ιδιο. Συντομα εισαι τοσο απασχολημενος με το να σωζεις μωρα που πνιγονται, που ποτε δεν κοιτας λιγο ψηλοτερα για να δεις οτι ειναι καποιος εκει που πεταει μωρα στο ποταμι.[56]’ Οι Μ.Κ.Ο. προσπαθουν να σωσουν μωρα, ενω η πραγματικη αναγκη ειναι να σταματησει το πεταγμα των μωρων στο ποταμι. Η αναγκη ειναι να αλλαξουμε ριζοσπαστικα το κρατος, να μεταμορφωσουμε τις κοινωνικες σχεσεις και να πετυχουμε μια ισοτιμη διανομη εισοδηματων που ειναι το πρωτο βημα προς μια βιωσιμη αναπτυξη. Αυτη η αλλαγη δεν μπορει να επιτευχθει μεσω Μ.Κ.Ο. που υποστηριζονται απο τις ιδιες τις κυβερνησεις και τους οργανισμους που προωθουν τις διαρθρωτικες προσαρμογες, ουτε μπορει να καθοδηγηθει απο εξω. Πρεπει να επιτευχθει με ενα επανακαθορισμο των στοχων του κρατους.

Ειναι ακριβως ο διαχωρισμος αναμεσα σε βασικες αναγκες και βασικα δικαιωματα που αποτελει το κλειδι για την εκτιμηση των κρυφων κινδυνων του ρολου των Μ.Κ.Ο. Οι Μ.Κ.Ο. εχουν αμελησει να επισημανουν το γεγονος οτι υπαρχουν βασικα δικαιωματα κι οχι μοναχα βασικες αναγκες. Η εμφαση στα βασικα δικαιωματα θα υπονοουσε οτι το κρατος εχει ακομα την ευθυνη να παρεχει ορισμενες υπηρεσιες. Οι Μ.Κ.Ο. θα χρειαζονταν τοτε να αλλαξουν το ρολο τους και αντι να αντικαθιστουν το κρατος σαν φορεις αναπτυξης, να αρχισουν να αγωνιζονται εναντια στις αποτυχιες του κρατους.

Συμπερασματα

Οι Μ.Κ.Ο. εχουν παιξει ενα πολυτιμο ρολο στην Λατινικη Αμερικη, υπογραμμιζοντας για παραδειγμα τη σημασια ορισμενων θεματων. Αλλα υπαρχουν κινδυνοι εκει οπου οι Μ.Κ.Ο. ερχονται για να αντικαταστησουν το κρατος. Τα δικαιωματα που εχουν αποκτηθει μεσω της Κευνεσιανικης ταξικης συνεργασιας πρεπει να διατηρηθουν.  Ο νεοφιλελευθερισμος εχει οδηγησει την πλειοψηφια του πλυθησμου της Λατινικης Αμερικης σε οικονομικο αποκλεισμο. Οι Μ.Κ.Ο., σαν μερος του ιδιωτικου τομεα, δεν ειναι ικανες να το διορθωσουν αυτο σε σημαντικο βαθμο. Οι Μ.Κ.Ο. θα επρεπε να το εχουν συνηδητοποιησει αυτο και να συγκεντρωσουν την προσοχη τους στην προωθηση του αγωνα για τη διατηρηση των βασικων δικαιωματων των πολιτων αντι να σκοπευουν στην αντικατασταση του κρατους.

Ειναι απαραιτητο να επαναπροσδιοριστουν εννοιες οπως η δημοκρατια και η υπηκοοτητα (η ιδιοτητα του πολιτη) ετσι ωστε να συμπεριλαβουν οικονομικα και κοινωνικα δικαιωματα. Ποιο ειναι το νοημα της ιδιοτητας του πολιτη οταν καποιος ειναι ανεργος και ανικανος να παρεχει στα παιδια του παιδεια;

Tα κεκτημενα δικαιωματα οπως η δωρεαν παιδεια και υγειονομικη περιθαλψη, δεν μπορουν να μεταφερθουν ουτε σε ιδιωτικα ιδρυματα, ουτε σε Μ.Κ.Ο. Ειναι υποχρεωση του κρατους να παρεχει ισες ευκαιριες σε ολους. Το νεοφιλελευθερο κρατος κυριαρχει μεσω της ιδεας της δημοκρατιας, της ισχυρης κοινωνιας των πολιτων και της ιδιωτικης πρωτοβουλιας. Αυτο δημιουργει την εντυπωση οτι το ατομο εχει την ικανοτητα να πετυχει τους στοχους του. Αλλα οριζοντας το νεοφιλελευθερο κρατος σα μια νεα μορφη ταξικης κυριαρχιας διορθωνει την παρανοηση οτι η κοινωνια των πολιτων ειναι μια ουδετερη, μη καταναγκαστικη σφαιρα. Αυτο ακριβως αποκαλυπτει τους περιορισμους και τους κινδυνους, του να βασιζομαστε σε μεγαλο βαθμο σε πρωτοβουλιες –συμπεριλαμβανομενων εκεινων των Μ.Κ.Ο.- στην ιδιωτικη σφαιρα. Οπως ο Wood τονιζει, ‘η κοινωνια των πολιτων βρισκεται τωρα σε κινδυνο να μετατραπει σε αλλοθι για την κεφαλαιοκρατια.[57]

Οι Λατιμοαμερικανικες Μ.Κ.Ο. συμπαραστεκονται στους ανθρωπους που εχει εγκαταλειψει στην τυχη τους το κρατος. Ο κινδυνος ειναι οτι, μεσω αυτης της συμπαραστασης, οι Μ.Κ.Ο. νομιμοποιουν το γεγονος οτι το κρατος απαξιωνει βασικα δικαιωματα των πολιτων. Οι Μ.Κ.Ο. βρισκονται εκει οταν δεν υπαρχει πια κανενας αλλος να χορηγησει εστω και σε ελαχιστο βαθμο καποιου ειδους παροχη υπηρεσιων. Ομως ο σοβαροτερος κινδυνος ειναι οτι οι Μ.Κ.Ο. στη Λατινικη Αμερικη εχουν σε μερικες περιπτωσεις αρχισει να αντικαθιστουν το κρατος οχι μονο στην παροχη βασικων αναγκων, αλλα και στην παροχη βασικων δικαιωματων. Εξαιτιας της παρουσιας των Μ.Κ.Ο., το κρατος ειναι καλυτερα σε θεση να αγνοησει το γεγονος οτι δεν αναλαμβανει ολοκληρη την ευθυνη για την εκπληρωση των υποχρεωσεων του απεναντι στα δικαιωματα των πολιτων του. Λογος ανησυχιας δεν υπαρχει τοσο εκει οπου οι Μ.Κ.Ο. αντικαθιστουν το κρατος στην προωθηση αναπτυξης, αλλα εκει οπου ειναι δραστηριοποιημενες στην προωθηση βασικων δικαιωματων.  Εμμεσα η αμεσα, σιωπηρα η ρητα, οι Μ.Κ.Ο. βρισκονται εκει περα για να γεμισουν το κενο που αφηνει πισω της η υποχωρηση του κρατους, οπως ενας μεγαλυτερος αδελφος συμμαζευει το υπνοδωματιο του μικροτερου αδελφου του για να αποφυγει το θυμο της μανας του.

Σ’ αυτο το πλαισιο, οι Μ.Κ.Ο. προωθουν αναπτυξιακες στρατηγικες που ειναι βασισμενες στις αγορες, αντι να προωθησουν λυσεις που να ειναι βασισμενες στην κοινωνια. Αν κατα τη διαρκεια της δεκαετιας του 80, οι Μ.Κ.Ο. ηταν φορεις εκδημοκρατισμου, ορισμενες απ’ αυτες, στη δεκαετια του 90 εχουν γινει φορεις νεοφιλελευθερισμου. Οι Μ.Κ.Ο. θα επρεπε να βαζουν θεμα βασικων δικαιωματων αντι να γεμιζουν το κενο. Σημερα, αποσπουν την προσοχη απο τα κυρια αιτια της ολοενα αυξανομενης κοινωνικης ανισοτητας στην Λατινικη Αμερικη.

Laura Tedesco

Visiting Professor, Universidad Autónoma de Madrid (Spain)

PhD from Warwick University. She has worked as researcher and consultant on Latin American politics in Argentina and Great Britain. She is now Visiting Professor at the Department of Political Science of  Universidad Autónoma de Madrid (Spain)

She is author of various books and articles on democratization, state reform and political economy in Latin America. Recently she has published, together with Jonathan Barton (Catholic University of Chile), The State of Democracy in Latin America. Post-transitional conflicts in Argentina and Chile (London: Routledge).


[1] J. Holloway, ‘Crisis, Fetishism, Class Composition’, in W. Bonefeld et al., Open Marxism, Vol. 2 (London, Pluto, 1992), p.160; P. Anderson, Lineages of the Absolutist State (London, Verso, 1979).

[2] J. Holloway, ‘Crisis, Fetishism’, p. 146.

[3] Ibid., p. 159

[4] J. Holloway and S. Picciotto, ‘Capital, Crisis and the State’ Capital and Class, 52 (Spring 1977), pp. 77, 92.

[5] J. Holloway, ‘Crisis, Fetishism’, p. 164.

[6] V. Bulmer-Thomas (ed.), The New Economic Model in Latin America and its Impact on Income Distribution and Poverty (London, Macmillan and Institute of Latin American Studies, 1996), p.302.

[7] J. Williamson (ed.), Latin American Adjustment: How Much Has Happened? (Washington, DC, Institute for International Economics, 1990), p.1

[8] This is the set of policies also called the ‘orthodox approach’. Orthodoxy  is well defined by Stallings and Kaufman as ‘market-oriented approaches … that emphasize fiscal and monetary restraint, reductions in the size of the state sector, liberalization of trade restrictions, and collaboration with creditors’. A heterodox approach is defined as a policy where the state plays a more active role in regulation and investment decisions and more emphasis is placed on distribution and employment (B. Stallings and R. Kaufman eds, Debt and Democracy in Latin America, Boulder, Westview, 1989, p. 2). For a detailed account of the differences see J.M. Nelson (ed.), Economic Crisis and Policy Choice: The Politics Of Adjustment in the Third World (Princeton, Princeton University Press, 1990); J. M. Nelson et al., Fragile Coalitions: The Politics of Economic Adjustment (New Brunswick, Transaction, 1990); M. Kahler, ‘Orthodoxy and its Alternatives: Explaining Approaches to Stabilization and Adjustment’, in Nelson(ed.) Economic Crisis and Policy Choice; and S. Haggard and R. R. Kaufman ‘The Politics of Stabilization and Structural Adjustment’, in J. Sachs (ed.) Developing Country Debt and Economic Performance, Vol. I: The International Financial System (Chicago, University of Chicago Press, 1989).

[9]P. Meller, ‘What Washington Means By Policy Reform’, in Williamson (ed.), Latin American Adjustment, p. 33.

[10] Bulmer-Thomas (ed.), The New Economic Model, p. 317.

[11] Ibid., p. 297.

[12] Ibid., p. 298.

[13]Ibid., pp. 301, 308.

[14] Ibid., p. 309.

[15] M. Turner and D. Hulme, Governance, Administration and Development (London, Macmillan, 1997),  p. 200.

[16] R. Dahrendorf, La cuadratura del circulo (Mexico City, Fondo de Cultura Económica, 1996).

[17] M. Turner and D. Hulme, Governance, p. 207.

[18] Ibid., p. 204.

[19] . Spoerer, cited by L. MacDonald, Supporting Civil Society (London, Macmillan, 1997), p. 13.

[20]A burge, ‘Central America: NGO Coordination in El Salvador and Guatemala, 1980-1994’, in J. Bennet (ed.), Meeting Needs: NGO Coordination in Practice (London, Earth scan, 1995), p. 147.

[21] MacDonald, Supporting Civil Society, p.13.

[22]J. Pearce, ‘Between Co-option and Irrelevance? Latin American NGOs in the 1990s’, in D. Hulme and M. Edwards (eds), NGOs, States and Donors: Too Close for Comfort? (London, Macmillan and Save the Children, 1997), p. 267.

[23] D. Lehmann, Democracy and Development in Latin America (Cambridge, Polity, 1990).

[24] J. Friedman, Empowerment: The Politics of Alternative Development (Oxford, Basil Blackwell, 1992), p. 158.

[25] S. Rivera-Cusincanqui, ‘Liberal Democracy and Ayllu Democracy in Bolivia: The Case of Northern Potosí’, in J. Fox, The Challenge of Rural Democratization: Perspectives from Latin America and the Philippines (London, Frank Cass, 1990).

[26] World Bank, World Development Report 1997: The State in a Changing World (Oxford, Oxford University Press, 1997), p. 89.

[27] H. Veltmeyer, J. Petras and S. Vieux, Neoliberalism and Class Conflict in Latin America: A Comparative Perspective on the Political Economy of Structural Adjustment (London, Macmillan, 1997).

[28] Inter-American Foundation, A Guide to NGO Directories (Arlington: Inter-American Foundation, 1995).

[29] C. Reilly (ed.), New Paths to Democratic Development in Latin America (Boulder, Lynne Rienner, 1995)

[30] Inter-American Foundation, A Guide.

[31] E. Dawson, ‘Mobilization and Advocacy in the Health Sector in Peru’, in M. Edwards and D. Hulme (eds), Making a Difference (London, Earth scan, 1993).

[32] . A. Bebbington and G. Thiele, Non- Governmental Organizations and the State in Latin America ( London, and New York, Routledge, 1993), p. 200.

[33] Cited in M. Bosch, ‘NGOs and Development in Brazil: Roles and responsibilities in a “New World Order”’, in Hulme and Edwards (eds), NGOs States and Donors, p. 234.

[34] Ibid., p. 235.

[35] K. Piester, ‘Targeting the Poor: The Politics of Social Policy Reforms in Mexico’, in D. A. Chalmes et al., The New Politics of Inequality in Latin America: Rethinking Participation and Representation (Oxford, Oxford University Press, 1997), p. 486.

[36]Hulme and Edwards, NGOs, states and Donors, p. 6.

[37]M. Robinson, ‘Governance, Democracy and Conditionality: NGOs and the New Policy Agenda’, in A. Clayton (ed.), Governance, Democracy and Conditionality: What Role for NGOs? (London, Intract, 1993).

[38]Hulme and Edwards (eds), NGOs, states and Donors, p. 5.

[39] G. Wood, ‘States Without Citizens: The Problem of the Franchise State’, Ibid., p. 83.

[40] Catch-22 κατασταση: μια κατασταση στην οποια το επιθυμητο αποτελεσμα/η λυση δεν ειναι δυνατον να επιτευχθουν εξαιτιας μιας σειρας εγγενως παραλογων κανονων η ορων.

[41] Pearce, ‘Between Co-option and irrelevance?’ p. 258.

[42] Turner and Hulme, Governance, p. 206.

[43] Edwards and Hulme (eds), Making a Difference, p. 851.

[44]See P.J. Nelson, The World Bank and Non- Governmental Organizations (London,        Macmillan, 1997).

[45] Edwards and Hulme (eds), Making a Difference, p. 850.

[46] Bebbington and Thiele, Non- Governmental Organizations, p. 54.

[47] J. Randel and T. German, The Reality of Aid 1996 (London, Earth scan, 1996), p. 67.

[48] One of the most comprehensive definitions of development includes an economic, political, social and cultural dimension. It is conceptualised by Turner and  Hulme (Governance, p. 11) as follows:

- an economic component dealing with the creation of wealth and improved conditions of material life, equitably distributed;

- a social ingredient measured as well-being in health, education, housing and environment;

- a political dimension including such values as human rights, political freedom, enfranchisement, and some form of democracy;

- a cultural dimension in recognition of the fact that cultures confer identity and self-worth to people;

- the full-life paradigm, which refers to meaning systems, symbols, and beliefs concerning the ultimate meaning of life and history; and

- a commitment to ecologically sound and sustainable development so that the present generation does not undermine the position of future generations.

These are the main dimensions of sustainable development. Thus development is neither a purely economic term nor a technical issue.

[49] Jha, cited by Edwards and Hulme (eds), Making a Difference, p. 21.

[50] H. Veltmeyer, J. Petras and S. Vieux, Neoliberalism and Class Conflict. p. 172

[51] M. Segarra, ‘Redefining the Public/ Private Mix: NGOs and the Emergency Social Investment Fund in Ecuador’, in Chalmes et al., The New Politics of Inequality, p. 490.

[52] Bennet, Meeting Needs, p. xiv.

[53] G. Wood, ‘States Without Citizens’, pp. 81, 83.

[54] World Bank, World Development Report 1997, p. 1 (emphasis added).

[55] Ibid., p. 40.

[56] Edwards and Hulme (eds), Making  a Difference,  p. 13.

[57] E. Wood, ‘The Uses and Abuses of “Civil Society”’, Socialist Register, 1990, p. 60.

NGOs and the retreat of the state: the hidden dangers
by Laura Tedesco

If the 1980s were the ‘lost decade’ for Latin American countries, the 1990s have been a decade of radical change. While Latin America suffered a deep crisis during 1980s, it is currently considered primarily as an ‘emerging market’. This more positive image masks an ongoing process of crisis and struggle.
This essay considers the emergence of new actors and the gradual weakening of others in Latin America over the1990s. The state has traditionally been seen as the agent of development. Today, the state shares this role with international or national non-governmental organizations (NGOs). In some areas it is now little more than a spectator of the development process. The essay analyses the rise of NGOs and the decline of the state as two interrelated processes. It argues that the increasing reliance on NGOs for the carrying-out of developmental activity brings with it significant risks, as the state ceases to exercise responsibility for the provision of basic rights.

Conceptualizing the state

An understanding of these risks follows from our conceptualization of the state and civil society. NGOs are part of civil society. Civil society is often seen as an area of freedom beyond the state: the sphere of the market, in which every individual becomes a citizen. The benign definition of civil society sees it as a sphere where differences disappear and we are all citizens and equals. Civil Society, that is, appears to be a place of autonomy. However, here, civil society is understood more as an area of coercion. The market is seen as a coercive force, where individuals are not equals and class differences make citizenship a weak concept.

The state has been defined in many different ways. Here it is defined as a form of domination. More specifically, the capitalist state is a form of class domination. The state dominates through institutions, values, norms, and, mainly, social relations. The economic and political role of each class conditions the state’s social relations. The latter are dynamic because there is a constant tension between classes to either maintain or improve their economic and political position. In response, the state is also dynamic and assumes different characteristics at different moments. The capitalist state can be defined as ‘developmental’, ‘populist’ or ‘neoliberal’. These are simply different forms of class domination, different structures of power relations between classes. The developmental’ state dominates through the image of ‘development from above and for all’. The populist state dominates through the image of ‘the state as organizer of and provider for the working class’. The ‘neoliberal’ state dominates through the image of the state as guarantor of ‘democracy, law and order, efficiency and provider of the legal framework for civil society and/or the individual to flourish and express itself’.

The continual dynamism of social relations is reflected in periodic crises of the state. Crisis is neither ‘economic’ nor ‘political’. The concepts of ‘economic’ and ‘political’ are specific to capitalism since ‘the relations between slave and master or serf and lord were indistinguishably economic-and-political relations’.[i] Thus the concepts of ‘economic’ and ‘political’ are fetishised categories which reflect the superficial fragmentation of capitalist society. The notion of crisis, applied to social and historical developments, refers to ‘hard times’ as well as to turning points’.[ii] Although crisis presents itself as economic, it expresses the  structural instability of capitalist social relations, ‘the instability of the basic relation between capital and labor on which society is based’[iii].

As Holloway and Picciotto suggest, each development of the state must be seen as a particular manifestation of the crisis of the capital relation. Crisis of the capital relation inevitably involves a restructuring of social relations which take economic and political forms.[iv] Crisis involves a process of struggle. The outcome of this struggle determines the nature of the new pattern of accumulation. Thus, crisis is a crisis of the capital relation; a crisis of an historically specific form of class domination; a crisis of accumulation which involves the totality of capitalist social relations. Crisis is composed of both breakdown and restructuring, and ‘between crisis-as-rupture and crisis-as-restructuring, there is a whole world-history of struggle’.[v]

Thus, historically, in Latin America the breakdown of the social relations which sustained the ‘populist state’ produced a process of struggle. Inward-oriented strategies became unsustainable. While the dominant class was fighting to repress the working class economically and politically by changing the social relations of populism, the latter was fighting to maintain its political and economic ‘inclusion’. The 1980s witnessed the process of struggle between the collapse of inward-looking and the emergence of outward-looking strategies. This was a struggle over income distribution, rather than for radical transformations. It was a struggle over the nature of the welfare state and the continuing validity of Keynesianism. The 1990s have seen the result of this struggle: the implementation of new social relations and a new type of domination. The main characteristics of this new form of domination are the introduction of democracy, the economic retreat of the state and the promotion of a strong civil society. These changes were brought about in order to perpetuate the structure of domination inherent in the structure of social relations upon which the state is based. Importantly, the prime purpose was neither to enhance the efficacy of development policies nor to transform income distribution, but to maintain the class structure of domination.

Latin American neoliberalism in the 1990s

In the 1990s, economic growth has become the main concern of Latin American governments. The focus has been on macroeconomic stability, liberalising and deregulating the economy and attaining greater economic growth. This has entailed the economic retreat of the state. The state is no longer directly an economic actor, only the regulator of market activity. The market has become the allocator of resources sine qua non. In this sense, social issues have in effect become economic issues, and citizens have become customers.

In the 1980s, Latin America saw the develοpment of two contradictory processes. On the one hand, the military dictatorships began to fall. On the other hand, the external debt crisis emerged. The debt crisis provided the first real opportunity to implement a neoliberal program.[vi] As outlined by Duncan Green in Chapter 1, the so-called Washington Consensus was a set of policies that was suggested as a uniform solution for all Latin American countries, despite the considerable differences among them. The Washington Consensus has been defined as consisting of macroeconomic prudence, outward orientation and domestic liberalization.[vii] The main policy instruments were defined as fiscal discipline, the reduction of public expenditure, tax reform, market-determined interest rates, a competitive exchange rate, import liberalization, the promotion of foreign direct investment, privatization, deregulation and new laws on property rights.[viii]

The main criticism of the Washington Consensus was that in the face of spiraling interest payments on the debt, public expenditure could not easily be cut. This forced the new democratic governments to look for reductions in social expenditure, cutting back their already minimal ‘welfare state’.[ix] The philosophy behind the Washington Consensus was that the internal structural reforms were necessary to stabilize the economy and to enable the debtor countries to pay off the external debt. This structural adjustment programs have become the principal method for promoting neoliberalism in Latin American countries and the foundation of economic policies throughout the region.

In 1992, 39 per cent of the total households of the metropolitan areas of Latin America lived below the poverty line.[x] Out of a total of 470 million in Latin America, 150 million still live in poverty. The neoliberalism of the 1990s has not changed the most notable aspect of the Latin American economy, namely, the profoundly unequal distribution of wealth. Trade liberalization in Latin America has reduced real wages in the short term as a result of real exchange depreciation and has increased unemployment.[xi] Fiscal austerity has required changes to social security programs, ‘leading to a reduction in the proportion of the labor force covered by public programs.[xii] According to Bulmer-Thomas’s analysis ‘a strong case could easily be made that full implementation [of the NEM] will lead to an increase in both income inequality and poverty unless the New Economic Policy (NEM) is associated with rapid economic growth’. He goes on to argue that the NEM in Latin America is not sufficient condition for the reduction of poverty and an improvement in income distribution’.[xiii] The reason is that the NEM has not achieved the expected growth rates. On the contrary, ‘the rate of growth in real GDP per head since the start of the NEM is below the rate before the debt crisis in most countries’.[xiv] The superiority of the NEM over the inward-looking strategy cannot easily be assumed.

NGO activity in Latin America

NGOs are defined as ‘associations formed within civil society bringing together individuals who share some common purpose’.[xv] There are international NGOs which are based in one country (generally an Organization for Economic Cooperation and Development, or OECD, country) and help to develop other countries, and national NGOs, which are based in a Third World country.These two types are also known as Northern NGOs (NNGOs) and Southern NGOs (SNGOs), respectively. There is also a distinction between those NGOs that seek tο provide benefits only to their members and those that seek to provide public benefits. This distinction is important regarding accountability: while the former are accountable to their members, the latters’ accountability is less clear. The former are also known as grassroots organizations (GROs), or community-based organizations.

NGO activity has increased significantly since the end of the Cold War. During the Cold War period there weρe ‘three worlds’: the First World (capitalist and developed), the Second World (communist and developed), and the Third World (underdeveloped). The First World combined economic inclusion (in which economic life included the majority of the people), individualism and political democracy. With the collapse of communism and the fall of most authoritarian regimes, these three principles were adopted by the majority of the nation-states.[xvi]

The post-Cold War period has seen an increase in United Nations Activity as a consequence of the end of the log-jam in the Security Council. This has transformed North-South relations, as the humanitarian relief work undertaken by the UN has grown in importance. Thus, the main features of the post-Cold War period are an ongoing wave of democratization and economic liberalization, a new role for the UN, and restructured North-South relations. In this context, NGOs have become key players, acting as intermediaries between the North and the South.

In Latin America, political democratization was followed by economic liberalization. NGOs were seen as vehicles for democratization and the strengthening of civil society. They act as counterweight to the state ‘opening up channels for communication and participation, providing a training ground for activists promoting pluralism and protecting human rights’.[xvii] Western donors saw NGOs as tools to improve not only the economies of developing countries,but also their polities. It is estimated that international NGOs, ‘through their relationship with SNGOs, assist some 60 million people in Asia, 25 million people in Latin America and 12 million in Africa’.[xviii] While in Asia and Africa, NGOs have displaced governments in the health sector, the Latin American case has been historically different.

During the military dictatorships, Latin American NGOs were opposed to government regimes and worked alongside a number of political parties for the return to democracy. NGOs were considered by donor nations as vehicles for democratization and strengthening of civil society. Indeed, during the 1970s, NGO activity was deeply influenced by the political situation. Since all political activity was banned, NGOs were one of the few legitimate forms of organization and participation. NGOs were anti-governmental rather than non-governmental organizations – ‘they were perceived and, above all, perceived of themselves, as forms of oppositional political action under conditions of authoritarianism’.[xix] Under these conditions, the political aspect of NGO activity was emphasized. One of the characteristics of NGOs was their marginality, their lack of involvement with the state. They established a close relationship with the local organizations opposed to the authoritarian regimes, for example in El Salvador, although there were some exceptions, such as in Guatemala. In El Salvador there were continuous suspicions of strong links between NGOs and the FMLN, while in Guatemala NGOs tried to maintain political independence.[xx]

During the 1970s, there were tensions between Latin America NGOs and Northern NGOs. The former disliked the control that foreign agencies exercised over their activities. They asked for the abandonment of paternalism, decentralization of power and solidarity to challenge state power. Although Macdonald recognizes small changes in the relationship between Northern and Latin American NGOs, she also points out that ‘old habits die hard and the majority of Northern NGOs have failed to respond in a serious way to criticism from the South’.[xxi] Another crucial feature of those years was the role played by the Catholic Church. The Church is the most powerful organization in Latin America civil society, and in some countries (especially Brazil) it played a crucial role in confronting the military dictatorships. During the dictatorships, those NGOs protected by the Church were the only survivors of social movements.

Latin American NGOs have not been isolated from the region’s ‘changing era’. With the breakdown of authoritarian regimes, NGOs have gradually begun to accommodate themselves to the new reality of the 1990s, playing a role as development agencies rather than as political activists against state oppression. During this period, NGOs ‘had not only survived but had grown in importance and numbers, increasingly identified as an agent of development rather than social transformation’.[xxii] Thus, the combative aspect of Latin American NGOs was modified after the re-emergence of democracy. The ‘anti-governmental’ approach was replaced by ‘collaboration with national governments, foreign governments and international agencies, the aim being to gain access to funds. Although some NGOs are still reluctant to be involved with governments (especially in Brazil) most of them have given up the fight against the state and have begun to comply with ‘neoliberal’ rules of the game. Consequently, NGOs have begun to assume the responsibility for implementing development previously executed by the state.

Some authors have welcomed the transformation of NGOs, while others remain very critical. Lehmann argues that NGOs have helped to strengthen the demands for citizenship rights put forward at the grassroots level,[xxiii] and Friedmann argues that NGOs have the ability to pressure the state to be ‘more responsive to the claims of the disempowered’.[xxiv] From a critical point of view, Rivera-Cusicanqui criticizes NGOs working in highland Bolivia. According to her analysis, NGOs operate with Western values which are inappropriate in the Andean community.[xxv] The Bolivian case is a good example of the role of NGOs in the 1990s. The government contracted a church-based NGO (Fe y Alegría, or Faith and Joy) to manage a number of secondary schools. While teachers were paid the same as in public schools, the Fe y Alegría schools were preferred to public schools because there was an ‘exceptional esprit de corps among students, parents and staff’.[xxvi] In Bolivia, NGOs are involved in smallholder agriculture, primary health care and education, the last two being clearly basic rights hitherto provided by the state.[xxvii]

In Recife, Brazil, children between the ages of 7 and 14 receive basic education through a network of community organizations serviced by the Luiz Freire Center. This NGO provides basic education for children and illiterate adults, legal assistance, communication services and health care. In Brazil, there are over 2000 NGOs associated with the protection of the environment, education, land reform, community development, gender issues and human rights.[xxviii] In Chile, research-oriented NGOs play a significant role in formulating and implementing health policy.[xxix] In  Santiago, there are almost a hundred NGOs working with the small business sector.[xxx] In Peru, NGOs are involved in the heath sector and environmental programs.[xxxi]

In the 1980s the state’s role in development was clearly defined: it was the main promoter and director of development. In the 1990s this role is more difficult to define. The state is still a promoter of development, but it is no longer the principal ‘doer’ of development. It is no longer directly involved in the process of development to the same extend. NGOs are also undergoing a metamorphosis. In the 1980s their role was ‘to be allies to the poor, to increase their access to some of the fruits of growth, to connect much of the project of modernization, to criticize the forms in which the state intervened and to be voices for a more democratic form of development’.[xxxii] In the 1990s, NGOs have seen their functions change. They have become the only alternative to the state in the practical implementation of development. They have assumed responsibilities such as secondary schooling in Bolivia, which were previously exclusive to the state. In this sense, they have accepted the rules of the neoliberal game. There are exceptions. Some NGOs are trying to maintain a slightly more critical role. Brazilian NGOs have tried to keep their 1970s approach and avoid replacing the state. According to Durao,

Brazilian NGOs have no significant links with the market, having relatively small investment in activities directly connected to production. Small-scale development experiences have already been exhaustively questioned, criticized and abandoned by most NGOs. There has been some going back, for example, to work centered on alternative technologies in agriculture. But even these are not conceived by NGOs as economic or productive projects divorced from politics and education; on the contrary are taken up as political and educational projects.[xxxiii]

Brazilian NGOs are part of the political world, they are involved in human rights defense and they are struggling for the construction of citizenship and the democratization of the state. They have maintained their autonomy from the government and political parties. Their target population is that deprived of its basic rights. According to Bosch, the NGOs are moving ‘from a basic needs to a basic rights focus in their work’.[xxxiv]

However, such examples are the exception. After an attempt by the Carlos Salinas government to regulate them, NGOs in Mexico have achieved a different treatment by Ernesto Zedillo’s government, which in 1995 consulted NGOs on the so-called National Development Plan. The new Plan promotes the participation of NGOs in the formulation, execution and evaluation of public policies.[xxxv] Mexican NGOs are engaged in activities shaping public policies, and there is a strong interaction between NGOs and the state. Mexican NGOs . therefore, have accepted the rules of the game and have become implementers of public policy.

The interrelationship between neoliberalism and the rise of NGOs

We have outlined how NGOs have increased their role in the ‘neoliberal era’. This raises the question of the relationship between the rise of NGOs and neoliberalism. Theoretically, neoliberalism promotes a strong civil society. It believes in the greater efficiency of the private sector. Τhe poor performance of the public sector in Latin American countries encouraged a search for more efficient ways of providing services. As a result, aid donors advocated the participation of NGOs, and civil society in this sense became key to the provision of a range of services. According to the neoliberal dogma, the market and the private sector are more efficient than the state and the public sector in achieving economic growth and in providing services.NGOs are now ‘seen as the preferred channels for service-provision in deliberate substitution of the state’.[xxxvi] Neoliberalism sees civil society as non-coercive, a sphere of freedom for all.

The rise of NGOs is neither a ‘natural phenomenon’ nor a ‘natural response’ to local and/or voluntary action. The popularity of NGOs with governments and official aid agencies is not an isolated event. In the post-Cold War period,development and aid policies have been dominated by what Robinson calls the ‘New Policy Agenda’.[xxxvii] This Agenda, although with differences between countries, ‘is driven by beliefs organized around the twin poles of neoliberal economics and liberal democratic theory’.[xxxviii] The main paradox of our times is that processes of democratization, which meant the political inclusion of all, were accompanied by economic liberalization and structural adjustment, which meant the economic exclusion of the majority. This is why the concept of state and citizen has changed. While the state is no longer the provider but an ‘implementer’, the citizen is no longer entitled to expect services from the state. This implies that the responsibility of the state has also been modified. As Woods points out, ‘the state as guarantor and regulator implies a different view of responsibility to the state as ‘implementer’.[xxxix]

Thus, implicitly, NGOs have made a contribution to the rolling-back of the state, since one of the reasons for the increasing importance of NGOs is the assumption of the state’s inefficiency. NGOs have filled the gap left by the retreat of the state, acting as a smokescreen to hide the fact that public services, as such, are disappearing. NGOs appeared as alternatives to the state, masking the fact that the state has obligations towards its citizens: equal opportunities to education, health, safe water, and so forth. NGOs are no longer fighting an authoritarian state, they are replacing an indifferent state. Moreover, the rise of NGOs is understood as a sign of state failure: the role of NGOs is rising due to the state’s incapacity to achieve its objectives. The point is that NGOs, despite their good intentions, have helped the retreat of the state to appear legitimate and to create the conditions in which the disappearance of the state does not seem dangerous. In reality, NGOs are a manifestation of the retreat of the state rather than its solution.

Assuming this new role has been difficult for NGOs. They are confronted with a state which is handing over many of its obligations to the private sector and is looking at civil society to resolve social crises. If NGOs take on the responsibility, they will be accomplices to the retreat of the state and its abandonment of social responsibility to its citizen. NGOs would be playing the neoliberal game, legitimizing it. If they confront the state, they will lose financial resources and consequently importance, due to their increasing dependence on international aid agencies and OECD governments. They cannot confront the ‘neoliberal dogma without confronting their main source of funds. They are, in this context, facing a Catch-22 situation[1]. They are caught ‘between the macro-level political imperatives and their micro-level social/development roles’.[xl]

The shortcomings of NGOs: the distinctions between rights and needs

We have argued that NGOs help legitimize neoliberalism. But why should be worried about this? There are a number of shortcomings in the role played by NGOs. First, the assumption that NGOs are more efficient providers of services than the state is questionable. According to Turner and Hulme,

there is little evidence that NGOs are more cost-effective than government agencies, as is often believed, and the data available on performance are very limited. NGOs are often able to work with the poor, but their capacity to assist the poorest of the poor is limited. Aid agencies have been reluctant to observe the limitations of NGOs: small size, restricted impact, distance from policy decisions, professional and technical limitations, poor co-ordination, problems of representatives and accountability’.[xli]

Indeed, NGOs in Latin America  only reach 25 million people out the 150 million living below the poverty line. Another consequence of the involvement of NGOs is that state inefficiency becomes a ‘self-perpetuating reality’.[xlii] There is no incentive to change state inefficiency. The solution is either to privatize the sector or to open it up to NGOs. In this sense, the danger of filling the gap is that while NGOs are gaining legitimacy, the state is ignoring its obligations.

Second, despite their good intentions, NGOs are constrained by their dependence on international and national donors, one of which is the World Bank.[xliii] Increasing amounts of official aid are being channeled to and through NGOs. There are already warnings concerning the likely corruption of NGOs ‘from closer relationships with, and financial dependence on, official aid’.[xliv] The traditional strength of NGOs was based on their flexibility, innovation and beneficiary participation; they were supposed to be accountable to the people and to be independent actors in civil society. All this is undermined if NGOs are financially dependent on official aid. NGOs are gradually becoming closer to international aid donors than to ‘the people’. In becoming mere implementers of state-designed policies, NGOs are losing one of their most precious features: their flexibility.[xlv]

The World Bank had devoted an increasing proportion of its aid to structural adjustment loans and many other development agencies and bilateral donors have also made their aid conditional on the recipient government’s acceptance of the neoliberal agenda. This ever-tightening network of ‘cross-conditionalities’ has given international aid donors unprecedented influence to shape both macroeconomic and social policy in developing countries. The Inter-American Development Bank (IDB) has required, inter alias, the privatization of irrigation projects and of the irrigation system as preconditions for an assistance loan to the Peruvian agricultural sector.[xlvi] NGOs are being caught in this network of ‘cross-conditionalities’, losing their flexibility and autonomy. NGOs cannot be against the neoliberal agenda when their main donors are the very promoters of it.

A third danger is that with the rise of NGOs, development[xlvii]  has become more of a technical issue, centered in on technical expertise. Much of the development agenda is losing its social connections. There are, of course, technical aspects to development projects, but development has economic, social,political and cultural dimensions. If development becomes seen as a purely technical issue it is depoliticized and therefore becomes disconnected from themes such as income distribution. It has been argued that ‘non-governmental groups managed by half a dozen professionals have shown that they can change the course of decisions-making about a country they may never have seen’.[xlviii]

There is also a danger that the presence of NGOs leads to development being seen as an individual project rather than a collective action. The economic, social, political and cultural dimensions of development need collective action. This is the obligation of the state and civil society working together. NGOs cannot take responsibility for primary health care or education, as is now the case.[xlix] These are issues which must be the focus of collective action. The increasing role of NGOs in the provision of basic public services (basic rights) signals the privatization of these services. The state does not take full responsibility  for the provision of these services, and citizens’ rights are minimized in  the neoliberal state. A crucial consequence of this is the depoliticization of the social agenda. As Segarra points out, ‘where once the social agenda, expressed through social services, was firmly in the public domain, management of these services is now relegated to the technical expertise of international actors, NGOs, and state planners. Social policy under conditions of restructuring the state becomes a technical problem and therefore outside politics.’[l]

If development is understood as a technical theme and social issues as economic ones, nobody takes responsibility for their provision. Thus, development in all its dimensions is being depoliticized. There is no collective action towards the achievement of sustainable development, only isolated projects financed by international donors. This has also established a new relationship between North and South, whereby the North has disengaged from the South’s problems by placing between them the international agencies and NGOs. Bennet argues that ‘the growth in humanitarian relief lies at the very center of policies reflecting a profound change in North-South relations: relief, as a policy model, is a form of disengagement from the South’.[li]

Finally and most fundamentally, the changing role of the state implies that its citizens are losing their rights to services formerly provided by the state. Wood captures the idea extremely well:

To what extent do citizens lose basic political rights if the delivery of universal services and entitlements is entrusted to non-state bodies which would at best only be accountable to the state rather than directly to those with service entitlements? Can the state devolve responsibility for implementation without losing control over policy (since practice is policy) and therefore losing responsibility for upholding the rights of its citizens? If the answer to the first question is yes and to the second is no, then we have states without citizens. The irony, of course, is that the international advocates of the process of democratization are the same ones who wish to privatize the functions of the state, thus rendering the purpose of democracy toothless and meaningless.

If the market becomes the allocator of ‘public services’, this means that one has only ‘exchange entitlements but not rights’. Moreover, Wood assesses that ‘the loss of rights in the state is not adequately compensated for by acquiring them in the market’.[lii]

We have seen, for example, that the World Bank has praised the example of the provision of educational services by the Fe y Alegría in Bolivia. But the success of this NGO surely raises a number of more fundamental concerns, such as whether is it right that the government should contract an NGO to run public education; whether the NGO is accountable to the state, the parents or the pupils; and whether the NGO has the power to organize or change the curricula. Is the international or national donor involved, directly or indirectly, in the educational system? Can an educational system be modified (especially in the long term) by an NGO or an international or national donor? Is it not a state’s obligation to provide free and equal education to all its citizens?

It is now widely accepted that the state is changing, and, according to the World Bank World Development Report 1997, the international context has influenced this.There are four developments which have unleashed the changes: the collapse of the Soviet Union, the fiscal crisis of the welfare state, the role of the state in the development of East Asia, and the collapse of states and the explosion of humanitarian emergencies all around the world. According to the Bank, ‘the determining factor behind these contrasting developments is the effectiveness of the state’. An effective state is considered to be essential not only for the provision of goods, services, rules and institutions but also to ‘allow markets to flourish and people to lead healthier, happier lives’.  Experience has taught that ‘the state is central to economic and social development, not as direct provider of growth but as a partner, catalyst and facilitator’.[liii]

If the state is not obliged to provide, it is because somewhere, sometime, citizens have lost their right to demand. The crucial issue is the concept of effectiveness. To be effective is to be able to bring about the intended result; therefore it is essential to look at the objectives of the state. According to the World Bank’s Report cited above, ‘states with weak institutional capabilities should focus on providing the pure public goods and services that markets cannot provide (and that voluntary collective initiatives under-provide), as well as goods and services with large positive externalities, such as property rights, safe water, roads and public education’. It also points out that the ‘state , at all levels of institutional capability, should respect, nurture, and take advantage of private and voluntary initiatives and competitive markets’.[liv] Therefore, the state must promote private initiatives to help it to provide goods and services. The only services that the state must itself directly provide are those positive externalities. But the concept of positive externality is extremely subjective. While one person could regard health, unemployment benefits and access to higher education as issues with the largest positive externalities, another person might argue for a more restrictive definition, suggesting that property rights bring more important externalities than, say education. Is it the market again, that decides the hierarchy between positive externalities?

The role of the NGOs in the 1990s has been to try to repair effects rather than attack causes: ‘if you see a baby drowning you jump in to save it; and if you see a second or a third you do the same. Soon you are so busy saving drowning babies that you never look up to see that there is someone there throwing these babies in the river.’[lv] NGOs have been trying to save babies; the real need is to stop babies from being thrown in the river. The need is to radically change the state, to transform social relations and to achieve an egalitarian income distribution, which is the first step towards sustainable development. This change cannot be carried out through NGOs which are supported by the same governments and organizations which promote structural adjustment, nor can it be externally directed. It has to be done by redefining the state’s objectives.

It is the distinction between basic needs and basic rights which is the key to appreciating the hidden dangers of the role of NGOs. NGOs have neglected to highlight the fact that there are basic rights, not merely basic needs. A focus on basic rights would imply that the state still has the responsibility to provide certain services. NGOs would then need to change their role, from replacing the state as agents of development, to fighting against the state’s failures.

Conclusions

NGOs have played a valuable role in Latin America, for example, in raising the profile of certain topics. But there are dangers where NGOs come to replace the state. The rights that have been acquired through the Keynesian class collaboration need to be maintained. Neoliberalism has led to the economic exclusion of the majority of the population in Latin America. NGOs, as part of the private sector, are not able to correct this to any significant extent. NGOs should be aware of this and concentrate on promoting the struggle to maintain basic rights, rather than aiming to replace the state.

It is essential to redefine concepts such as democracy and citizenship to include economic and social rights. What is the meaning of citizenship when one is unemployed and unable to provide education for one’s children? The rights gained, such as free education and health, cannot be transferred to either private institutions or NGOs. It is the obligation of the state to provide equal opportunity to all. The neoliberal state dominates through the idea of democracy, a strong civil society and private initiative. This gives the impression that an individual has the capacity to achieve his or her objectives. But defining the neoliberal state as a new form of class domination corrects the misperception that civil society is a neutral, non-coercive sphere. This reveals the limitations and dangers of relying too heavily on initiatives –including those of NGOs- in the private sphere. As Wood points out, ‘civil society is now in danger of becoming an alibi for capitalism’.[lvi]

Latin American NGOs are assisting people who have been abandoned by the state. The danger is that, through this assistance, NGOs are legitimizing the fact that the state, is ignoring basic rights. NGOs are there when nobody else is present to provide minimum levels of service provision. However, the fundamental danger is that NGOs in Latin America are, in some instances, beginning to replace the state not only in the provision of basic needs, but also in the provision of basic rights. Due to the presence of NGOs the state is better able to ignore the fact that it is not assuming full responsibility for the fulfilment of its citizens’ rights. The worry is not so much where NGOs are replacing the state in the promotion of development, but where they are active in the promotion of basic rights. Implicitly or explicitly, NGOs are out there filling the gap left by the retreat of the state, as an older brother tidies up his little brother’s bedroom in order to avoid their mother’s anger.

In this context, NGOs are promoting market-based strategies for development rather than society-based solutions. If, in the 1980s, NGOs were vehicles for democratization, some of them have, in the 1990s, become vehicles for ‘neolιberalization’. NGOs should be raising the issue of basic rights rather than ‘filling the gap’. At present, they are deflecting attention away from the root causes of the still growing inequalities in Latin American societies.


[1] Catch-22 situation: A situation in which a desired outcome or solution is impossible to attain because of a set of inherently illogical rules or conditions.


[i] 1. J. Holloway, ‘Crisis, Fetishism, Class Composition’, in W. Bonefeld et al., Open Marxism, Vol. 2 (London, Pluto, 1992), p.160; P. Anderson, Lineages of the Absolutist State (London, Verso, 1979).

[ii]  2. J. Holloway, ‘Crisis, Fetishism’, p. 146.

[iii]  3. Ibid., p. 159.

[iv] 4 J. Holloway and S. Picciotto, ‘Capital, Crisis and the State’ Capital and Class, 52 (Spring 1977), pp. 77, 92.

[v] 5. J. Holloway, ‘Crisis, Fetishism’, p. 164.

[vi] 6. V. Bulmer-Thomas (ed.), The New Economic Model in Latin America and its Impact on Income Distribution and Poverty (London, Macmillan and Institute of Latin American Studies, 1996), p.302.

[vii] 7. J. Williamson (ed.), Latin American Adjustment: How Much Has Happened? (Washington, DC, Institute for International Economics, 1990), p.1

[viii] 8.This is the set of policies also called the ‘orthodox approach’. Orthodoxy  is well defined by Stallings and Kaufman as ‘market-oriented approaches … that emphasize fiscal and monetary restraint, reductions in the size of the state sector, liberalization of trade restrictions, and collaboration with creditors’. A heterodox approach is defined as a policy where the state plays a more active role in regulation and investment decisions and more emphasis is placed on distribution and employment (B. Stallings and R. Kaufman eds, Debt and Democracy in Latin America, Boulder, Westview, 1989, p. 2). For a detailed account of the differences see J.M. Nelson (ed.), Economic Crisis and Policy Choice: The Politics Of Adjustment in the Third World (Princeton, Princeton University Press, 1990); J. M. Nelson et al., Fragile Coalitions: The Politics of Economic Adjustment (New Brunswick, Transaction, 1990); M. Kahler, ‘Orthodoxy and its Alternatives: Explaining Approaches to Stabilization and Adjustment’, in Nelson(ed.) Economic Crisis and Policy Choice; and S. Haggard and R. R. Kaufman ‘The Politics of Stabilization and Structural Adjustment’, in J. Sachs (ed.) Developing Country Debt and Economic Performance, Vol. I: The International Financial System (Chicago, University of Chicago Press, 1989).

[ix] 9. P. Meller, ‘What Washington Means By Policy Reform’, in Williamson (ed.), Latin American Adjustment, p. 33.

[x] 10. Bulmer-Thomas (ed.), The New Economic Model, p. 317.

[xi] 11. Ibid., p. 297.

[xii] 12. Ibid., p. 298.

[xiii] 13. Ibid., pp. 301, 308.

[xiv] 14. Ibid., p. 309.

[xv] 15. M. Turner and D. Hulme, Governance, Administration and Development (London, Macmillan, 1997),  p. 200.

[xvi] 16. R. Dahrendorf, La cuadratura del circulo (Mexico City, Fondo de Cultura Económica, 1996).

[xvii] 17. M. Turner and D. Hulme, Governance, p. 207.

[xviii] 18. Ibid., p. 204.

[xix] 19. Spoerer, cited by L. MacDonald, Supporting Civil Society (London, Macmillan, 1997), p. 13.

[xx] 20. A burge, ‘Central America: NGO Coordination in El Salvador and Guatemala, 1980-1994’, in J. Bennet (ed.), Meeting Needs: NGO Coordination in Practice (London, Earthscan, 1995), p. 147.

[xxi] 21. MacDonald, Supporting Civil Society, p.13.

[xxii] 22. J. Pearce, ‘Between Co-option and Irrelevance? Latin American NGOs in the 1990s’, in D. Hulme and M. Edwards (eds), NGOs, States and Donors: Too Close for Comfort? (London, Macmillan and Save the Children, 1997), p. 267.

[xxiii] 23. D. Lehmann, Democracy and Development in Latin America (Cambridge, Polity, 1990).

[xxiv] 24. J. Friedman, Empowerment: The Politics of Alternative Development (Oxford, Basil Blackwell, 1992), p. 158.

[xxv] 25. S. Rivera-Cusincanqui, ‘Liberal Democracy and Ayllu Democracy in Bolivia: The Case of Northern Potosí’, in J. Fox, The Challenge of Rural Democratisation: Perspectives from Latin America and the Philippines (London, Frank Cass, 1990).

[xxvi] 26. World Bank, World Development Report 1997: The State in a Changing World (Oxford, Oxford University Press, 1997), p. 89.

[xxvii] 27. H. Veltmeyer, J. Petras and S. Vieux, Neoliberalism and Class Conflict in Latin America: A Comparative Perspective on the Political Economy of Structural Adjustment (London, Macmillan, 1997).

[xxviii]28. Inter-American Foundation, A Guide to NGO Directories (Arlington: Inter-American Foundation, 1995).

[xxix] 29. C. Reilly (ed.), New Paths to Democratic Development in Latin America (Boulder, Lynne Rienner, 1995)

[xxx] 30. Inter-American Foundation, A Guide.

[xxxi] 31. E. Dawson, ‘Mobilisation and Advocacy in the Health Sector in Peru’, in M. Edwards and D. Hulme (eds), Making a Difference (London, Earthscan, 1993).

[xxxii]32. A. Bebbington and G. Thiele, Non- Governmental Organizations and the State in Latin America ( London, and New York, Routledge, 1993), p. 200.

[xxxiii] 33. Cited in M. Bosch, ‘NGOs and Development in Brazil: Roles and responsibilities in a “New World Order”’, in Hulme and Edwards (eds), NGOs States and Donors, p. 234.

[xxxiv] 34. Ibid., p. 235.

[xxxv] 35. K. Piester, ‘Targeting the Poor: The Politics of Social Policy Reforms in Mexico’, in D. A. Chalmes et al., The New Politics of Inequality in Latin America: Rethinking Participation and Representation (Oxford, Oxford University Press, 1997), p. 486.

[xxxvi]36. Hulme and Edwards, NGOs, states and Donors, p. 6.

[xxxvii] 37. M. Robinson, ‘Governance, Democracy and Conditionality: NGOs and the New Policy Agenda’, in A. Clayton (ed.), Governance, Democracy and Conditionality: What Role for NGOs? (London, Interact, 1993).

[xxxviii] 38. Hulme and Edwards (eds), NGOs, states and Donors, p. 5.

[xxxix]39. G. Wood, ‘States Without Citizens: The Problem of the Franchise State’, Ibid., p. 83.

[xl] 40. Pearce, ‘Between Co-option and irrelevance?’ p. 258.

[xli] 41. Turner and Hulme, Governance, p. 206.

[xlii] 42. Edwards and Hulme (eds), Making a Difference, p. 851.

[xliii] 43. See P.J. Nelson, The World Bank and Non- Governmental Organizations (London, Macmillan, 1997).

[xliv] 44. Edwards and Hulme (eds), Making a Difference, p. 850.

[xlv] 45. Bebbington and Thiele, Non- Governmental Organizations, p. 54.

[xlvi] 46. J. Randel and T. German, The Reality of Aid 1996 (London, Earth scan, 1996), p. 67.

[xlvii] 47. One of the most comprehensive definitions of development includes an economic, political, social and cultural dimension. It is conceptualized by Turner and  Hulme (Governance, p. 11) as follows:

- an economic component dealing with the creation of wealth and improved conditions of material life, equitably distributed;

- a social ingredient measured as well-being in health, education, housing and environment;

- a political dimension including such values as human rights, political freedom, enfranchisement, and some form of democracy;

- a cultural dimension in recognition of the fact that cultures confer identity and self-worth to people;

- the full-life paradigm, which refers to meaning systems, symbols, and beliefs concerning the ultimate meaning of life and history; and

- a commitment to ecologically sound and sustainable development so that the present generation does not undermine the position of future generations.

These are the main dimensions of sustainable development. Thus development is neither a purely economic term nor a technical issue.

[xlviii] 48. Jha, cited by Edwards and Hulme (eds), Making a Difference, p. 21.

[xlix] 49. H. Veltmeyer, J. Petras and S. Vieux, Neoliberalism and Class Conflict. p. 172

[l] 50. M. Segarra, ‘Redefining the Public/ Private Mix: NGOs and the Emergency Social Investment Fund in Ecuador’, in Chalmes et al., The New Politics of Inequality, p. 490.

[li] 51. Bennet, Meeting Needs, p. xiv.

[lii] 52. G. Wood, ‘States Without Citizens’, pp. 81, 83.

[liii] 53. World Bank, World Development Report 1997, p. 1 (emphasis added).

[liv] 54. Ibid., p. 40.

[lv] 55. Edwards and Hulme (eds), Making  a Difference,  p. 13.

[lvi] 56. E. Wood, ‘The Uses and Abuses of “Civil Society”’, Socialist Register, 1990, p. 60.

 

Posted on 8 Οκτωβρίου 2012, in Αρθρα - Κείμενα and tagged , . Bookmark the permalink. Comments Off.

Δεν επιτρέπονται σχόλια.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: